ΑρχικήΚείμεναΚείμενα

Κείμενο - Λάθος

0 σχόλια

Αντί Προλόγου

Ένα τηλεφώνημα
(εγκώμιο του Λάθους)

του Φώτη Καγγελάρη


'Ω! ευτυχισμένο λάθος
το λάθος του Αδάμ!'
ΘΕΟΔΙΚΙΑ – Γ.Β.ΛΑΙΜΠΝΙΤΣ

'-Τι κάνετε κύριε Κόυνερ;
-Ετοιμάζω το επόμενο λάθος.'
ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ Κ. ΚΟΥΝΕΡ - Μ. ΜΠΡΕΧΤ

 
Λάθος, Κύριε… πώς είπατε; όχι, σας λέω πήρατε λάθος, όχι Κύριε, καλά, πείτε μου γρήγορα, δεν έχω πολύ χρόνο, πέσατε και στην περίπτωση, τώρα μόλις έγραφα για τον Χέγκελ και το πώς ο Δούλος καραδοκεί το μοιραίο λάθος από τον Κύριο.

Τι είπατε, Κύριε; ναι, το λάθος. Το μοιραίο λάθος του Θεού να τα βάλει με τον Διάβολο… Ποιο λάθος; Αυτό, Κύριε, που κάνει τον δικαστή, μας λέει ο Ζενέ, να εκλιπαρεί τον κλέφτη να παραμείνει κλέφτης, αυτό που μας διηγείται ο Α. Φρανς στην ‘Ανταρσία των αγγέλων’. Τι ποιο λάθος; Αυτό που λέει ο Ντεριντά ότι φοβίζει το σημαίνον και το βάζει σε διαρκή εκκρεμότητα, αυτό που παράγει το ‘συμβάν’, θα μας έλεγε ο Μπαντιού. Το λάθος, Κύριε… Δεν έχετε κάνει ποτέ λάθος στις αποφάσεις σας, στις σχέσεις σας, στη στιγμή; Δεν έχετε πει 'ήταν λάθος μου;' Τι θα ‘σασταν χωρίς τα λάθη σας; Πως θα προχωρούσατε; Δεν έχετε ακούσει  για τον Σκότους, τον Μπρούνο, τον Γαλιλαίο; Ακούστε... ή κλείνετε και ξαναπαίρνετε αναζητώντας το σωστό ή ακούστε τι έχω να σας πω.
Καλώς, Κύριε… γεια σας.
Α, ξαναπήρατε, αν κι αυτή τη φορά ξέρετε ότι δεν κάνετε λάθος καλώντας το λάθος. Κατάλαβα… Λοιπόν, να σας πω…

Το λάθος του Θεού ήταν ότι έφτιαξε τον άνθρωπο από τελειότητα. Πώς μπορεί ένας τέλειος Θεός να κάνει τέτοιο λάθος; Ποιος ξέρει… Γρήγορα όμως καταλαβαίνει το λάθος του κι επιτρέπει στον άνθρωπο να κάνει λάθος. Με το λάθος ο άνθρωπος βρίσκει τη φύση του, την ανθρωπινότητά του, τη σάρκα του, τον πόνο.
Αλήθεια, ως τέλειος, από τι ήταν φτιαγμένος; Τι ήταν το υλικό του; Ο Θεός, λοιπόν, διορθώνει το λάθος της τελειότητάς του να φτιάχνει τέλεια όντα και αποδέχεται το λάθος. Γιατί, για να μπορεί να είναι τέλειος πρέπει να εμπεριέχει το λάθος, την κακία, την αδυναμία. Γιατί αν δεν το εμπεριέχει τι είδους τέλειος θα ‘ταν αν ήταν αδύνατος να το εμπεριέχει, σιγοντάρει ο Γουάιτχεντ. Αλλά, κι αν πάλι τα εμπεριέχει τι είδους τέλειος θα ‘ταν; Κάτι δεν πάει καλά εδώ… Πάντως, πράγματι, αργότερα γίνεται πολύ κακός, έστω ‘δίκαια’, και πολύ θυμωμένος. Σφάζει, πυρπολεί, σκοτώνει, αιμομικτεί, βασανίζει επί αιώνες για να κερδίσει τον χαμένο χρόνο των προηγούμενων αδύναμων αιώνων, των αιώνων της τελειότητας.

Λοιπόν, Κύριε μου, από λάθος γίναμε άνθρωποι. Το λάθος είναι το αίτιον του ανθρώπου. Το λάθος είναι η αιτία της ανθρώπινης συνθήκης. Και κυρίως, το λάθος δεν ήταν μόνο η δυνατότητα ανθρωπινότητας του ανθρώπου αλλά η δυνατότητα συνέχισης του να είναι άνθρωπος, εμπεριέχοντας τη δυνατότητα του λάθους ως τη μόνη δυνατότητα επιλογής, αλλά, κυρίως κάνοντας λάθος. Το λάθος τον καθιστά Κύριο του εαυτού του, Κύριο της μοίρας του, Υποκείμενο του Λόγου του.

Πέστε μου, Κύριε, τι θα ήταν ο άνθρωπος χωρίς το ευλογημένο λάθος του Αδάμ και της Εύας; Χωρίς το λάθος αυτό που του έδωσε το σώμα του και την ψυχή του, τη σκέψη του και το θάνατο; Τι θα ‘ταν ο άνθρωπος χωρίς την πτώση, χωρίς την ανθρωπινότητά του; Γιατί, είναι το λάθος που του δίνει τη δυνατότητα από την θέση της πτώσης να κοιτάζει ψηλά, άν-θρωπος, για να γίνει κατά πραγματικότητα και ομοίωση… Όχι κατ’ εικόνα, εικόνα είναι η ανάμνηση σ’ ότι απέμεινε από την πτώση… Και τι θα ήταν ο Θεός; Πως θα μπορούσε να εξηγήσει την ύπαρξη του αν δεν υποτεθεί ότι αυτός έδωσε στον άνθρωπο τη δυνατότητα του λάθους, την περίφημη ‘ελευθερία της βουλήσεως’;

Την πτώση πρέπει να αγιοποιήσουμε, Κύριε, την πτώση να δοξολογούμε. Αυτή κάνει τον άνθρωπο να προχωράει, να φτιάχνει Ιστορία, το Χρόνο, τον Κόσμο. Να στοχεύει και ν’ αμαρτάνει γιατί η αμαρτία είναι η φύση του Ανθρώπου γιατί αυτό τον κάνει να ξανασηκώνεται και να στοχεύει και να στοχεύει και να στοχεύει και να λαχανιάζει και να λαχανιάζει και να ιδρώνει  ο άνθρωπος.

Η φύση του ανθρώπου είναι το λάθος. Προχωράει, εξελίσσεται από αντιπερισπασμό στο λάθος που καραδοκεί ή έχει συμβεί, όπως γίνεται ‘φυσιολογικός’ από αντίδραση στη φύση του που είναι η τρέλα, θα ‘λεγε ο Λακάν.
Ο ίλιγγος του λάθους είναι ο ίλιγγος της ελευθερίας. Η διαρκής επιδίωξη του ‘σωστού’ είναι η αντίδραση στη γοητεία του ‘λάθους’. Το λάθος έλκει όπως ο φόβος της πτώσης στο γκρεμό. Η ορθότητα είναι η παρά φύσιν άμυνα του ανθρώπου απέναντι στο λάθος. Ο πολιτισμός απέναντι στη διάλυση. Το συμβολικό απέναντι στο ‘πραγματικό’, η εξέλιξη απέναντι στην ασυνέχεια. Το γράμμα απέναντι στην τελεία.
Πιο δυνατά σας παρακαλώ… ναι, δεν σας άκουσα καλά, τι είπατε; Μα θα συνέχιζα, αυτά τα είπα σαν εισαγωγή, σαν διευκρίνιση της ορθότητας του Λάθους. Ναι, έτσι είναι…

Κι όπως η ενοχή γεννά ενοχή, έτσι και το λάθος γεννά λάθος. Μάταια η Θρησκεία, η Πολιτική, η Τέχνη, ο Έρωτας, η Φιλοσοφία, η Επιστήμη θα προσπαθήσουν να εξευμενίσουν το Λάθος. Απλά θα διαπιστώσουν το λάθος τους προσπαθώντας να ξεφύγουν ως το επόμενο. Η ανθρώπινη φύση, το Λάθος, χαράσσει την ορθή πορεία της επιβίωσης και της Ιστορίας. Έτσι, ο κόσμος μας είναι ο καλύτερος ως το μικρότερο – μεγάλο λάθος, ως ορθή αντίδραση στο μεγάλο Λάθος της Ύπαρξης.

Ο Πολιτισμός μας, μ’ όλους τους φόνους και την εξαθλίωση που εμπεριέχει είναι ο καλύτερος δυνατός. Ο καπιταλισμός είναι το καλύτερο λάθος και εξ αυτού νομιμοποιείται να υπάρχει και να νομιμοποιεί το ξεπέρασμά του.
Ο Κόσμος που ζούμε είναι ο χειρότερος δυνατός.
Ο Κόσμος που ζούμε είναι ο καλύτερος δυνατός.
Αυτός προέκυψε. Αν αρχίσουμε τις υποθέσεις και τα ‘εάν’ για τη μύτη της Κλεοπάτρας και τα λάθη του Κλάρα, αφ’ ενός θα κινδυνέψουμε να χαρακτηριστούμε ως ιδεαλιστές απολογητές της Ιστορίας, αφ’ ετέρου το μόνο που θα προκύψει θα ‘ναι μια ανούσια ωραία συζήτηση ως αποκύημα  της ναρκισσιστικής επένδυσης της φωνής μας.
Αυτός ο κόσμος προέκυψε. Ο καλύτερος δυνατός. Όχι ο τέλειος, φίλε Λάιμπνιτς, φίλε Φίχτε… Γιατί ο άνθρωπος αποφεύγοντας το Λάθος επινοεί τον καλύτερα δυνατό -λάθος-κόσμο. Δεν μπορεί παρά να φτιάξει αυτό τον κόσμο. Η εκ των υστέρων θεώρηση δεν είναι παρά μια νοσταλγία για το άλλο λάθος, που με τη λήψη της απόφασης απεφεύχθη την τελευταία στιγμή και πενθείται για πάντα. Ο Θεός, Κύριε, είναι το λάθος του Ανθρώπου που αθωώνει την δική του ύπαρξη.

Η φύση δεν κάνει λάθος, γιατί υπακούει σε μια τελεολογία όπου το σωστό και το λάθος αποκλείονται. Ή μάλλον, δεν υπακούει σε καμιά τελεολογία και το κβαντικά τυχαίο αποκλείει την έννοια του λάθους – σωστού ακόμα και σαν υποψία.

Είναι λάθος το να μην κάνεις λάθος. Βέβαια, ο καθένας παλεύει να μην κάνει λάθος, να είναι ο καλύτερος στο πόστο του. Έτσι προχωράει ο κόσμος. Με την αποφυγή του λάθους μέσα στον ανταγωνισμό και το ναρκισσισμό του καθενός, για τον εαυτό του και τους άλλους. Αλλά, μήπως αυτό είναι το λάθος της ανθρωπότητας; Το να μην μπορεί παρά να προχωράει; Μήπως να ξαναδούμε εκείνους τους ανθρώπους για τους οποίους μιλάει ο Κ. Λ. Στρως;

Ο Κόσμος όμως, προχωρά μέσω του Λάθους. Οφείλει να κάνει Λάθος για να μην αποτύχει. Για να προχωρά. Να δημιουργεί τον χειρότερο – καλύτερο δυνατό κόσμο. Ο κόσμος μας είναι πολύ άσχημος, φίλε Φίχτε, αλλά θα συμφωνήσω μαζί σου ότι είναι ο καλύτερος. Όχι όπως τον εννοείς εσύ, δηλαδή ως επιθυμία Θεού αλλά επειδή ο Θεός είναι λάθος και επέτρεψε να του διαφύγει το ανεξέλεγκτο του κόσμου. Ευτυχώς που ο Άνθρωπος, κάνοντας λάθος επαναφέρει τον έλεγχο και την τάξη.

Οι άνθρωποι δεν μπορούσαν παρά να πάνε μπροστά. Η στασιμότητα σημαίνει θανάσιμο λάθος. Μπροστά, αναγκαστικά. Όχι ότι θεραπεύεται κάτι έτσι. Αλλά έτσι συμβαίνει. Όπως έλεγε κι ο Μπέκετ, γράφω γιατί δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Σ’ αυτή την οπή του Λάθους όση επιτυχία, χρήματα, δόξα, σεξ, πάθη ή αγιοσύνες και να ρίξεις, πάντα μένει ανοιχτή. Η χοάνη του λάθους είναι αχόρταγη. Ο Άνθρωπος οργανώθηκε για το καλύτερο. Φτιάχνει την Ιστορία μέσα από πολέμους, δυστυχία, θάνατο. Όμως, αυτός ο λάθος κόσμος είναι ο καλύτερος.
Όπως συμβαίνει με τις δομές των επιστημονικών επαναστάσεων, παρεμβαίνει ο Κουν. Το επιστημονικό επίτευγμα, η ανακάλυψη μέσα στην Ιστορία των Επιστημών, θα αποκαλυφθεί λάθος, η γη δεν είναι επίπεδη. Αυτό όμως δεν εμπόδισε τον άνθρωπο να ταξιδεύει, να θεωρεί ότι η θεώρησή του επί του κόσμου είναι η καλύτερη. Το λάθος τον βοήθησε να επιζήσει. Αυτός ο λάθος κόσμος είναι ο καλύτερος, Κύριε… Κι αν επικράτησε ο Καπιταλισμός είναι γιατί είναι ο καλύτερος από τους χειρότερους κόσμους.

Τι θα υπήρχε στη θέση της Φεουδαρχίας αν δεν υπήρχε η Φεουδαρχία και η βαρβαρότητά της, που έφερε όμως την Γαλλική Επανάσταση. Ναι, Κύριε, ήταν ο καλύτερος δυνατός κόσμος και γι’ αυτόν που υπέφερε. Γιατί, ποιος άλλος κόσμος υπήρχε; Ας περιμένουμε το επόμενο λάθος. Ο Καπιταλισμός σαν το συμβολικό δίκτυο της γλώσσας θα καταπίνει, αδηφάγα, σημαίνοντα κέρδους με χρηματοπιστωτική εκπροσώπηση του πράγματος που ψυχωτικά τείνει να διεκδικήσει θέση καταστροφικής διάρρηξης του συμβολικού ιστού.
Τι πάω να κάνω; Να νομιμοποιήσω τον Καπιταλισμό; Μα, δεν βλέπετε, Κύριε ότι ο Καπιταλισμός νομιμοποιεί τον Κόσμο και όχι το αντίθετο; Δεν βλέπετε, ότι δεν είναι ο Καπιταλισμός που εκλογικεύει το ένστικτο της ζούγκλας στη φύση του ανθρώπου αλλά το ένστικτο της ζούγκλας νομιμοποιεί τον Καπιταλισμό ως το μέγιστο λάθος του ανθρώπου;
Δεν βλέπετε, ότι ο Καπιταλισμός είναι το προοίμιο της μεγάλης γιορτής;
Ο χειμώνας μπορεί ν’ αξίζει γιατί περιμένουμε την άνοιξη.
Αλλά, πέστε μου, τι προτείνετε; Ε, αυτό σας λέω, αυτή την εξέλιξη, ας την κάνουμε…

(Αλήθεια, τι μας καθηλώνει; Με ποια απόλαυση συνδέεται η υποταγή; Με ποιο φόβο συνδέεται ο κλυδωνισμός του 'ονόματος του πατρός'; 'Πες μου, ποιο φόβο αγάπησες πάλι' ακούγεται από μακριά ο Αγγελάκας.)

Ναι, αγαπητέ μου, χρειάζεται μια Γενική Θεωρία του Λάθους.
Να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Στην ερώτηση του φίλου μου του Γκότφριντ Βίλχελμ γιατί υπάρχει το Κάτι και όχι το Τίποτα που είχα προσπαθήσει να συζητήσω πέρυσι με φίλους, τον Ζαν – Πωλ, τον Ανρύ και άλλους, και είχα προσπαθήσει να μπω στη συζήτηση λέγοντας ότι το Τίποτα είναι προϋπόθεση του Κάτι, να, τώρα σκέφτομαι ότι η ίδια η ερώτηση είναι λάθος. Γιατί, πώς ξέρουμε ότι υπάρχει το Κάτι και όχι το Τίποτα; Για το Κάτι, τι μας βεβαιώνει ότι υπάρχει, ότι συμβαίνει;  Το Κάτι, θα μπορούσε να είναι λάθος αίσθηση, λάθος αντίληψη, λάθος συνείδηση, λάθος βίωμα. Θα μου πείτε ότι και ως λάθος είναι Κάτι.
Πράγματι. Κι άντε βρες το σωστό. Επί πλέον η λάθος αντίληψη προϋποθέτει το Κάτι. Πράγμα όμως που δεν ισχύει αν πρόκειται για μια λάθος αντίληψη του Τίποτα που μας βεβαιώνει για Κάτι. Ή για μια λάθος βεβαιότητα για τις δυνατότητες του ‘είμαι’ – καθ’ υπέρβαση αρμοδιότητας το ‘είμαι’ γίνεται βεβαιωτικό της ύπαρξης, αν κατάλαβα καλά τον φίλο μου τον Μάρτιν. Το είναι για το είναι του δεν εμπεριέχει καμιά βεβαίωση παρά μόνον ως λόγος που βεβαιώνει για τον λόγο του είναι όταν γίνεται λόγος -μέσα στο είναι- για το ίδιο του το είναι, θα ‘λεγε ο φίλος μου ο Ζαν – Πωλ. Μα ο λόγος δεν έχει φονεύσει ήδη την οντότητα του πράγματος;
Αυτό το Κάτι, λοιπόν, θα μπορούσε να είναι λάθος αντίληψη του Τίποτα, μια επινόηση, να μην υπάρχει, λέω να μην υπάρχει παρ’ ότι ξέρουμε ότι υπάρχει, πέφτουμε πάνω του, χτυπάμε, και γι’ αυτό νομίζουμε ότι υπάρχει, ότι δεν κάναμε λάθος. Υπάρχει, όπως υπάρχει με βεβαιότητα ο κόσμος γι’ αυτόν που ονειρεύεται ότι υπάρχει ο κόσμος, έστω της επιθυμίας ή του φόβου. Γιατί τι άλλο θα μπορούσε να είναι το Κάτι στην περίπτωση που υπάρχει ως επινόηση του Τίποτα; Αυτός που ονειρεύεται δεν αμφιβάλλει, δεν κάνει λάθος για τον κόσμο που ονειρεύεται. Κι αυτός χτυπά σε τοίχους, πονά, κλαίει γελάει σ’ ένα Κάτι – Κόσμο, μέχρι να ξυπνήσει η πεταλούδα απ’ το γνωστό όνειρο, ότι ήταν άνθρωπος ή ο άνθρωπος από το δικό του όνειρο ότι ήταν πεταλούδα που ονειρευόταν ότι ήταν άνθρωπος που ονειρευόταν ότι ήταν πεταλούδα…

Αλλά, μια και πιάσαμε αυτή την κουβέντα, κοιτάξτε με τι μαεστρία ο φίλος μας ο Καρτέσιος επινοεί ότι υπάρχει. Λέει, ότι σκέφτεται. Και αυτό εξουσιοδοτεί την ύπαρξη του ‘άρα’. Χα-χα αστείο δεν είναι; Από πού ως πού; Φοβερή επινόηση. Θυμηθείτε πώς του τα 'σουρε από τότε ο φίλος μας ο Λάιμπνιτς και μέχρι τις προάλλες ο Χούσερλ και όχι μόνο. Πού το βρήκε το ‘άρα’; Χα -χα -χα… Η απάντηση του Καρτέσιου είναι: προτιμάτε το Θεό, το Θεό-Λάθος, το λάθος του Θεού ή ένα λάθος λογικής; Ωστόσο αυτό έχει τρομερές συνέπειες. Δείτε την αγωνία για το λάθος όπως προκύπτει από το λάθος του Καρτέσιου στη συνέχεια της φιλοσοφίας. Αφηνιάζουν. Τα μυαλά αφηνιάζουν για να μην αφήσουν τόπο στο Λάθος να περάσει.
Ο Ορθός Λόγος! Ε, ναι ο Ορθός Λόγος προκύπτει από την αγωνία ανίχνευσης και εντοπισμού του λάθους.

Αλλά όσο σκηνοθετημένη κι αν είναι μια φωτογραφία, για να μην αφήσει το Μπαρτικό πούνκτουμ να παρεισφρήσει, τόσο είναι που μαρτυρά τον κίνδυνο της παρουσίας του. Έτσι και στη συνέχεια της φιλοσοφίας, η απεγνωσμένη προσπάθεια εγκλωβισμού, ανάδειξης και εξουδετέρωσης του Λάθους μαρτυρά τον οντικό κίνδυνο του ‘άρα’ ως γέφυρα λογικής μεταξύ των δύο ασύνδετων ρημάτων, να καταπέσει στον οντικό γκρεμό συμπαρασύροντας τα πάντα.
Και στο βάθος, ένας Θεός να χαμογελά αγαθοσαρδόνια, για το λάθος του ανθρώπου.
Το οικοδόμημα τρέμει. Ο Γκόγια, ο Φρόυντ, ο Φουκώ, ο Μπατάιγ, ο Σαντ θ’ αφουγκραστούν τους τριγμούς…
Ολόκληρη η ιστορία της φιλοσοφίας, καλέ μου Κύριε, από τον Καρτέσιο και μετά είναι ένα σχόλιο στη φράση του Καρτέσιου που υπαγορεύεται από την αγωνία αποκλεισμού του Λάθους. Με τελευταίο μαχητή τον Χάιντεγγερ που για ν’ αποφύγει το αδιέξοδο καταφεύγει στην ποίηση. Και τελευταίο λιποτάκτη τον Καρνάπ που ξεμπερδεύει με την μεταφυσική ως ανώφελη.
Παραμόνευε ο κίνδυνος, ο Θεός ως λάθος- γιατί, τι άλλο ήταν αυτό το ‘άρα’- να επανεύρισκε τη θέση του και δως του πάλι από την αρχή, να επανευρεθεί ένας Καρτέσιος κ.λπ.

Φανταστείτε, αγαπητέ Κύριε,  την σκηνή όταν πεθαίνει ο Καρτέσιος και τον περιμένει εκεί ψηλά, ο αποκατεστημένος Θεός: ‘είπες εσύ, τέκνον μου Ρενέ, ότι υπάρχεις από μόνος σου χωρίς εμένα κι αυτό δεν είναι λάθος;’ ‘Μα όχι θ’ απαντήσει’ τρέμοντας ο Καρτέσιος ‘είναι λάθος και γι’ αυτό έβαλα τόσο επιδεικτικά το ‘άρα’. Αλλά επειδή ακριβώς είναι λάθος αποδεικνύει ότι εγώ σκέφτομαι χωρίς εσένα.’ ‘Μα τότε, τέκνον μου Ρενέ, αν είμαι λάθος, πώς μου μιλάς’, θ’ αντιτείνει ο Θεός. ‘Είναι λάθος που σου μιλώ, είσαι λάθος’, θ’ απαντήσει ο Καρτέσιος, ‘αλλά αυτό μου έδωσε τη δυνατότητα του δικού μου λάθους, του ‘άρα’.’

Ουσιαστικά, Καλέ μου Κύριε, η φιλοσοφία του Καντ και του Χέγκελ είναι η αγωνία του ανθρώπου ν’ αποφύγει το λάθος με αποκορύφωμα τα ευαγγέλια του Λόγου, την ‘Κριτική του Καθαρού Λόγου’ και την ‘Λογική’. Είναι η αγωνία να κωδικοποιηθεί έτσι η Λογική που καμιά ανταύγεια λάθους να μην μπορεί να παρεισφρήσει. Ή μάλλον, να εντοπιστεί το Λάθος, ως προϋπόθεση της λογικής κλίμακας. Ουσιαστικά, να το αναδείξουν, να ορίσει τη Λογική, την Κριτική. Να το δοξάσουν ως καθοριστικό του Λόγου, ν’ αναδείξουν τη Λογική του Λάθους ως υπαγορεύουσα, βήμα προς βήμα τον Ορθό Λόγο και την Διαλεκτική του.

Άσε δε τους καημένους τους Άγγλους, που  μέχρι σήμερα τρέχουν αλαφιασμένοι να προλάβουν, ο Λοκ, ο Μπέρκλεϋ, ο Χιούμ – τι την θέλετε τη λογική και την απόδειξη, Κύριε Μπέρκλεϋ, αφού έχετε την πίστη και την προσευχή; – ίσαμε τον Ράσελ, τον Γουάιτχεντ, τη συμμαχία με τα μαθηματικά, τη συμμαχία με τη γλώσσα που θα μας πάει ως τον έρμο τον πρώιμο Λούντβιχ που μυστικά, χέρι-χέρι με τον ύστερο Χάιντεγγερ θα μας οδηγήσουν στο Άρρητο και την Ποίηση.
Σε πείσμα του Μπέρχαρντ που θα προτιμήσει να παραιτηθεί από τον κόσμο του φίλου μας του Λούντβιχ και να εισάγει τα σκοτεινά τελώνια του Βορρά. Ή τον Αντόρνο, τελευταίο ιππότη που θα παλέψει με την συνέχεια του ανεμόμυλου του πνεύματος.
Ή τον Τάρσκι που αισθανόμενος από παντού, τον ασφυκτικό εναγκαλισμό του Λάθους να συντρίβει τα οστά της χαμένης παιδούλας της Αλήθειας – αλήθεια ποιο είναι το σωστό και ποιο το λάθος που προηγείται ή έπεται των δύο πολέμων; - απισχναίνει τη φράση σε ταυτολογία που παίρνει θέση αξιώματος (άξιος συνεχιστής  της Χεγκελιανής 91ης παραγράφου: το πράγμα είναι, και είναι, μόνο επειδή αυτό είναι) έτσι που ο αυτισμός της να μην της επιτρέπει μεν την απόδειξη, έχοντας όμως κλείσει την όποια κερκόπορτα για την είσοδο του λάθους:
‘Χιονίζει, εάν και μόνο εάν χιονίζει.’

Αλήθεια, γιατί ο Χριστός σιωπά στην ερώτηση του τι είναι η αλήθεια;

Η αγωνία της Φιλοσοφίας, από τον Σπινόζα στον Βιτγκενστάιν την κάνει ν’ αριθμεί την σκέψη, ναι, καλέ μου Κύριε, ο αγαπημένος μου Σπινόζα που υπέμεινε μόνος του εκείνη την εποχή, δεν νομίζω ότι διακατεχόταν και τόσο από την αγωνία του λάθους μιας και η υπέρβαση της διπολικής διαταραχής θεός – φύση κατασιγάζει την ένταση, ωστόσο κι εκείνος έστηνε με τους άλλους αριθμητικά ξόβεργα στο λάθος για τον εντοπισμό και τη σύλληψή του.
Εις μάτην. Τα αποτελέσματα της φιλοσοφικής αστυνομίας ήταν πενιχρά. Το λάθος τους περίμενε στον επόμενο αιώνα. Το θήραμα, γλιστρούσε μέσα από τις παγίδες του λόγου, και κάποιες φορές τις απαξίωνε πλήρως, γελούσε ασύλληπτο στην επόμενη πρόταση ή στην διαμάχη των εκπροσώπων του λόγου που πάσχιζαν για την αλήθεια αναζητώντας – αναδεικνύοντας το λάθος να έχει φωλιάσει απαρατήρητο ως εκείνη τη στιγμή στη σκέψη του συμπολεμιστή. Κι όταν το ανακάλυπταν, εκείνο, σαν μια γριά-κουκουβάγια –που πετάει πάντα το σούρουπο, θα ‘λεγε ο Χέγκελ- που της ταράζουν τον ύπνο στο κλαρί της σκέψης του φιλοσόφου που την κυνηγούσε, κουνούσε νωθρά τα φτερά της για να πάει λίγο πιο κει.
Ενίοτε, δεν μετακινιόταν καθόλου. Κι άλλες φορές, με την φρεσκάδα ενός νήπιου πατούσε με τα λασπωμένα του πέλματα τα απαστράπτοντα μωσαϊκά του λόγου, ή πειραχτικά, φυσούσε την λάμπα, κι άφηνε την ομήγυρη των παιδαγωγών του στο σκοτάδι. Στη σύγχρονη εποχή, απλώς κατέβαζε την ‘ασφάλεια’ κι άφηνε τους παιδαγωγούς να το αναζητούν στη γλώσσα.

Το χρυσόμαλλο δέρας του λάθους δεν κατέληξε ποτέ κουρελιασμένο στον πάτο του ορύγματος, στο φέρετρο που του ετοίμαζαν οι Άγιοι Πατέρες, οι  φιλόσοφοι, οι άγιοι, οι μαθηματικοί, οι μουσικοί, οι ερωτευμένοι. Αντιθέτως, προκάλεσε βολβόστροφες κρίσεις οργής στους αγίους – κοιτάξτε τον θυμό και την απελπισία τους στις εικόνες – τρέλανε μαθηματικούς και ερωτευμένους, έκανε την τονική μουσική να παραδώσει τα όπλα στη δωδεκάφθογγη, τον Ορθό Λόγο στη σκυτάλη του Ρομαντισμού.

Ένα φάντασμα πλανιόταν πάντα πάνω απ’ τον κόσμο, από την αρχή: η λάθος απόφαση, ο λάθος χρόνος, ο λάθος άλλος, η λάθος ζωή. Και πώς να μην πλανάται αφού αυτό είναι η φύση του Ανθρώπου.

Μην σου κάνει εντύπωση, αγαπητέ Κύριε, ότι ο φίλος μου ο Λάιμπνιτς, που πραγματικά έχω σε μεγάλη εκτίμηση, επινοεί τον απειροστικό λογισμό  για να αποδείξει ότι στα τρίσβαθα του Θεού υπάρχει ο καλύτερος κόσμος από επιλογή άλλων δυνητικών αφού ο απειροστικός λογισμός ως δυνατότητα του κόσμου αποδίδει τον καλύτερο κόσμο (θυμηθείτε, ωστόσο, πως τις τρώει από τον Χέγκελ), αφού το σκοτάδι είναι καταδικασμένο να υπακούσει, να αναδείξει το φωτεινό, να μιλήσει για το φως. Όπως στον Τιντορέτο, παραδειγματίζει ο Ντελέζ, όπου μέσω των εκπτυχώσεων του μπαρόκ, του σκότους προς το φως αποδεικνύεται το μεγαλείο του Θεού ως μονάδα που προϋπάρχει και εμπεριέχει την εκδίπλωση των πτυχώσεων του κόσμου.
Δες, καλέ μου Κύριε, πως τρέμει ο Φίχτε μήπως κάνει λάθος, και παρακαλεί, ο άθλιος, το πνεύμα να του δείξει το δρόμο. Δηλαδή, να του υποδείξει το λάθος- που πρέπει να αποφύγει- που τον έλκει.

Φίλοι, και συ καλέ μου Κύριε, αν ο Θεός υπάρχει ως μονάδα εκπτύχωσης του εαυτού της αν δηλαδή υπάρχει ως σημείο μιας σωσυριανής συμβατικής συγκρότησης για την δρομολόγηση του πνεύματος μέσω άπειρων σημαινομένων, αν υπάρχει ως σημαίνον του χάσματος μιας πατρικής μεταφοράς που διανοίγεται επ’ άπειρον στο παρελθόν αφηγούμενο την ιστορία του ως ιστορία του σύμπαντος κόσμου, τότε, τι μεγαλύτερη απόδειξη θέλουμε για το λάθος του ίδιου του Θεού για τον προσδιορισμό του, άρα για το  ξεπέρασμά του; Αφού, και το σύμπαν προσδιορισμένο ως άπειρο δεν είναι πεπερασμένο; Μήπως το ‘πραγματικό’ δεν χάνεται αν μπει στο Λόγο, στα φύλα, στα νοήματα; Δεν υπάρχει περίπτωση να υπάρχει Κάτι, που από τη στιγμή που είναι προσδιορισμένο ως Κάτι, αφ’ ενός να μην έχει χάσει την αιωνιότητα αφ’ ετέρου να είναι χωρίς έκταση και χώρο, θεμελιώδης συνθήκη απώλειας της αιωνιότητας.
Αυτό ποιεί τη ζωή αλλά και τα φύλα, λέει ο Χεγκελιανός Λακάν- κι ο Νίτσε πιο νωρίς με τον φίλο του τον Αρθούρο- με τίμημα τον θάνατο. Τα πάντα είναι αιχμ-άλωτα στη μορφή τους. Το Τίποτα και το Παν είναι ανύπαρκτα. Άρα και το Ποτέ και το Πάντα. Το Πουθενά και το Παντού. Δεν μπορεί να διαμεσολαβήσει κάτι, λέει ο Ντεριντά, εκτός ίσως της ανθρώπινης κατάστασης: σκέφτεται και είναι το Παν, Παντού, Πάντα. Έτσι φτιάχτηκε ο Θεός. Μέχρι που η Χεγκελιανή ανησυχία μετατράπηκε σε Νιτσεϊκή  βεβαιότητα: ο Θεός πέθανε…To Χεγκελιανό διαζευκτικό μετατράπηκε στο Σαρτρικό συμπλεκτικό: το είναι και το μηδέν.

Τελικά, τι ήταν ο Θεός; Μήπως η δυνατότητα στην απόλαυση; Και που πια έχει γίνει προσταγή από ένα θανατηφόρο 'υπερ-εγώ' στη θέση του Θεού; Μήπως γι’ αυτό ο άνθρωπος δεν απολαμβάνει πια; Μήπως η κατανάλωση είναι η άμεση υποταγή στην εντολή ‘απόλαυσε’ ως εμπράγματη αναπαράσταση της επιθυμίας, μέσω του προϊόντος ως υποκατάστατου της απούσας επιθυμίας; Μια κατανάλωση επιθυμιών εκπροσωπουμένων από μια ατελείωτη σειρά αντικειμένων, προσταγή ενός σαδιστικού 'υπέρ-εγώ' που κατέλαβε την άδεια θέση του Θεού;
 Τι είπατε; Ναι, ίσως, το ‘πραγματικό’ διαφεύγει μέσω των Μυστικών και της επιθυμίας της γυναίκας. Αλλά, πώς σας ήρθε τώρα αυτό; Ας μην μιλήσουμε γι’ αυτό τώρα.

Να διαβάζουμε τους προσωκρατικούς. Αυτοί είναι το σκάνδαλο. Οι σύμμαχοι του λάθους. Αυτοί είναι η χαρά. Η γιορτή. Ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης ετοίμασαν την κηδεία. Η ταφή συνετελέσθη από τον Παύλο. Να δοξάζουμε τους προσωκρατικούς. Το άλογο, την παιδικότητα. Την ορθότητα του Λάθους. Τις σοφιστείες. Το παράλογο. Να τους βάλουμε σε εικονίσματα. Να πηγαίνουμε τάματα για την ανάδυση της τρέλας. Για το γέλιο. Για το Λάθος. Μόνο το λάθος μπορεί να μας μιλάει για το νόημα του κόσμου, για το νόημα της ζωής.

Μόνο το Λάθος επιτρέπει το Γέλιο.
Γελάστε, καλέ μου, Κύριε.
Γιατί πώς αλλιώς ο άνθρωπος θ’ αντιμετωπίσει το παράλογο της ζωής, πώς θα σαρκάσει το γεγονός της ύπαρξής του, πώς θα ειρωνευτεί το γεγονός του Θανάτου; Κι αν αι γενεαί πάσαι υμνούν την ταφή σου, Κύριε, το Λάθος του Θανάτου υμνούν, την ανθρώπινη σου διάσταση, Κύριε, αυτή που σου ‘δωσε την δυνατότητα της θεϊκής σου διάστασης.

Τα μικρά διαλείμματα γέλιου, κάτι έξω από τη φύση του ζώου-ανθρώπου του επιτρέπουν να πορεύεται προς το τέλος με την αξιοπρέπεια της ειρωνείας. Γι’ αυτό τρελαίνεται η Εκκλησία. Έχετε δει Άγιο γελαστό; Τον Ιησού να γελά; Ν’ αναφέρεται ότι γέλασε; Είναι μέγα σκάνδαλο το γέλιο ως απαξίωση του έργου του Δημιουργού. Το γέλιο είναι η θηριώδης προσπάθεια του ανθρώπου, η αφύσικη προσπάθεια του ανθρώπου να τα βάλει με τον θάνατό του, να τα βάλει με την ζωή του, με τα νοήματα. Το καρναβαλικό γέλιο του Μπαχτίν είναι μία από τις ύστατες προσευχές του ανθρώπου.

Έχω την βάσιμη υποψία, καλέ μου Κύριε ότι, η Μελαγχολία είναι η φύση του ανθρώπου. Παρ’ ότι κρυμμένη στον 20ο αι. ως διάθεση, σε μια κοινωνία που μας θέλει νέους, πετυχημένους, λαμπερούς και αποδεκτή είτε κλινικά είτε ως generosa για να φανεί παρηγορητικά δημιουργική.
Η Μελαγχολία, γνήσια έκφραση της φύσης του Ανθρώπου δέχεται το Λάθος της ύπαρξης και το αδύνατον της επίλυσης του Λάθους. Ο Μελαγχολικός πενθεί. Μια διαρκής ακηδία για την αδυναμία υπέρβασης του λάθους ως φύσης του Ανθρώπου. Και ταυτόχρονα μια διαρκής γιορτή που ο άνθρωπος γελά, γιατί στη Μελαγχολία είμαστε μ’ αυτό που δεν έχουμε ή έχουμε χάσει. Ένα σκάνδαλο φαίνεται ζωγραφισμένο στο πρόσωπο του Μελαγχολικού, μια προβοκάτσια για τις υγιείς συνειδήσεις.
Όχι τυχαία υπήρξε κατά σειρά η τρίτη θεσμική ομάδα που εξολοθρεύτηκε από τον Ναζισμό, ως αντίδραση στην άχρηστη αλήθεια για τη φύση του ανθρώπου που οφείλει να είναι μάχιμος, χαρούμενος, φωτεινός. Ότι, το prozac σήμερα: εξοστρακισμός της σιωπηλής κραυγής της φύσης του ανθρώπου: ‘πονάω’- ‘σιωπή, πάρε prozac, χαμογέλα.’

Ο Μελαγχολικός εκφράζει το πένθος για το απραγματοποίητο όνειρο για την διόρθωση του λάθους της γέννησης. Τι ‘ου φύναι’, Σοφοκλή; Oκ. Μετά τι γίνεται; Τι μουρμουράς, Καλντερόν; Oκ. Και μετά τι γίνεται; Κι ο Όμηρος, νωρίτερα, τα ίδια: ‘πλάσμα πιο δύστυχο δεν βρίσκεται στη γη’. Λοιπόν;

Ας δούμε την επιτύμβια στήλη του Μελάγχθονα με τους όρους αντεστραμμένους. Σήμερα, δεν είναι η ψυχή που κοιτάζει το σώμα που μόλις έχει αφήσει και μελαγχολεί. Σήμερα, το σώμα κοιτάζει την ψυχή του σε μια αδύνατη κηδεία να δεχθεί, ότι θα ενταχθεί κοινωνικά, προσαρμοσμένο αλλά χαμένο, αποκλεισμένο από τον Έρωτα και την Αθανασία. Αποκλεισμένο από το λάθος και ενδίδοντας στο σωστό της προσαρμοστικότητας του ‘εγώ’ όπως μας το δίνει ο Λακάν στο ‘Λόγο της Ρώμης’: ‘η κουλτούρα της αφθονίας θα του προσφέρει υλικό για να λησμονήσει την ύπαρξη του και τον θάνατό του, καθώς επίσης να παραγνωρίσει μέσα σε μια ψεύτικη επικοινωνία το ιδιαίτερο νόημα της ζωής του.’

Και την Ύβρη!… Α, ναι, και την Ύβρη!
Μαζί με το γέλιο, η δυνατότητα του ανθρώπου ως καταστροφική απάντηση στη σύμβαση, στην αλήθεια. Ως η εξαίρετη αλλά θανατηφόρα προσέγγιση του λάθους. Ένας κυοφορούμενος υπέρμετρος ναρκισσισμός που θέλοντας να καθυποτάξει την επιβεβλημένη αλήθεια του μεγάλου Άλλου, δεν λαμβάνει υπ’ όψη του τα όρια του συμβολικού με αποτέλεσμα να βρίσκεται απροστάτευτος στους σεισμούς του ‘πραγματικού’.
Όπως και η ταπείνωση, εξ άλλου, δίδυμο αδελφάκι της ύβρης που προσποιούμενη την συρρίκνωση της επιθυμίας, έχοντας ως επιθυμία την απόλαυση που προσφέρει στον μεγάλο Άλλο, καραδοκεί τη στιγμή που ο Άλλος θα επιτελέσει το αμάρτημα και οι έσχατοι θα έσονται πρώτοι.

Να, δες τον Οιδίποδα, ενσάρκωση της ύβρης, παρ’ ότι εν αγνοία του, παρ’ ότι έρμαιο της επιθυμίας των άλλων, απολαμβάνει. Α, τι ωραία που βλέπει ο Οιδίποδας αφού τυφλώνεται, θα πουν οι ψυχαναλυτές… Πόσο λάθος έβλεπε, πριν! Αλλά, Κύριοι, και πόσο σωστά έβλεπε την τυφλότητά του! Λοιπόν, ξετυφλώθηκε. Αλλά, γιατί;
Μόνο και μόνο για να πεθάνει ήρεμος, συγχωρεμένος… Τα ωραία της ζωής, τα έζησε ως τυφλός, ως λάθος. Ναι, είχε κόστος. Αλλά, το κόστος δεν είναι μέρος της ζωής; Το κόστος δεν μιλά για την αξία του λάθους; Τι θα ‘ταν ο Οιδίποδας χωρίς το λάθος; Τίποτα. Ποιος θα τον θυμόταν; Κανείς. Ενώ έτσι είναι τουλάχιστον αθάνατος.  Όχι ότι κι έτσι έγινε κάτι. Σιγά, τίποτα είναι, να πεθάνει πάει, έστω στους θεούς.
Προς τι, λοιπόν, η αλλαγή; Έτσι, γιατί δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Κανένας λόγος. Ούτε κι ο ίδιος ξέρει. Το σύμπτωμά του πάει να καταλάβει. Ένα αίνιγμα πάει να λύσει. Μόνο την τύφλα του γνώρισε. Μα αυτό είναι το Υποκείμενο, λέει ο σοφός Αρθούρος, αυτός που γνωρίζει όλα τ’ άλλα χωρίς να γνωρίζει τον εαυτό του. Και αυτό του δίνει την ψευδαίσθηση να μετουσιώνει το αναπόφευκτο στη δική του ελευθερία βούλησης.
Παρεμπιπτόντως, τι θα ‘ταν η Αντιγόνη χωρίς το λάθος του Κρέοντα; Η Αντιγόνη, μια πράξη χωρίς 'μετά', η μόνη πράξη που δεν μπορεί να κάνει λάθος, να αστοχήσει, θα 'λεγε ο Λακάν, μιλώντας για την αυτοκτονία.
Το ?α και το +α έχουν εξ ίσου θετικό πρόσημο, λέει ο Καντ: η επιστροφή είναι μια θετική αναχώρηση, η πτώση μια αρνητική άνοδος.
Ακούστε με, καλά, εδώ, αγαπητέ μου Κύριε. Ωραία. Καθίστε, περιμένω…

Όπως στους εφιάλτες, σταματάμε πριν πέσουμε, πριν μας πιάσουν, ξυπνάμε για να μην δούμε την συνέχεια έτσι και στη ζωή για να μην δούμε την συνέχεια ‘ξυπνάμε’.
Αναγνωρίζουμε: Λάθος. Χωρίς να καταλαβαίνουμε ότι ίσως η αναγνώριση του λάθους είναι το λάθος. ‘Πατέρα, καίγομαι, δεν με βλέπεις;’ λέει ο γιος στον πατέρα, στο γνωστό όνειρο. Και κείνος ξυπνά, για ν’ αποφύγει το λάθος της συνέχισης του ονείρου. Για να βρεθεί στο ‘πραγματικό’ που υπαγόρευσε την συμβολική εικόνα του ονείρου, νομίζοντας, ο δύστυχος, ότι του συμβαίνει τ’ αντίθετο: ξυπνά στ’ όνειρο του ‘πραγματικού’ ενώ κοιμόταν στην εγρήγορση του συμβολικού.
Να, γιατί μας χρειάζεται το σύμπτωμα. Είναι το Κάτι για να οργανωθεί η ζωή. Χαώδης ο άνθρωπος αλλά αυτή είναι η φύση του. Η ζωή του είναι άμυνα στο χάος που εμπεριέχει. Το σύμπτωμα, το κάτι να πιαστεί. Το σύμπτωμα της ζωής είναι το ‘κάτι’ για την διάσχιση του χρόνου με τίμημα την πραγματικότητα ως μετωνυμία της απώλειας.

Μπορεί το ‘σύνθωμα’ να είναι το αντίδωρο του ευνουχισμού; Το ‘σύνθωμα’ να είναι το σύμπτωμα της ζωής; Μια παραληρηματική συγκρότηση που αγνοείται ως τέτοια όπως ακριβώς υπάρχει έλλειψη ενσυνείδησης στον παραληρούντα.

Ο άνθρωπος, τρελαμένος επειδή γεννήθηκε, να φτιάχνει σχέδια, επιθυμίες, σκοπούς, για να ξεχάσει το χωρίς νόημα, το χωρίς σκοπό; Να πιστεύει. Για να μην βλέπει το όρυγμα της αβύσσου. Για πάντα χαμένος, ότι κι αν κάνει.
Ποιος άθλιος είπε ότι μεγαλώνοντας καταλαβαίνεις ότι δεν έχεις κάνει τα πράγματα που ήθελες βαθύτερα αλλά συγχρόνως ανακαλύπτεις με φρίκη ότι είσαι αυτά που έκανες, γιατί βαθύτερα αυτά ήταν που ήθελες.

Ω, το Λάθος! Το απόλυτο επίτευγμα του ανθρώπου!

Ο άνθρωπος είναι πιασμένος στα δίχτυα της οικονομίας της αρμονίας γιατί δεν μπορεί να κάνει αλλιώς για να έχει συνοχή. Γιατί δεν μπορεί να κάνει χωρίς το λάθος που τον οδηγεί και ταυτόχρονα τον κάνει ν’ αντιστέκεται στον δεύτερο νόμο της θερμοδυναμικής όπως λέει ο Αρνχάιμ, στην φροϋδική ενόρμηση του θανάτου.
Γι’ αυτό, οφείλουμε πάντα κάτι να λείπει. Η επιθυμία δεν είναι ο ορισμός του θέλω ή επιθυμώ αλλά η ερώτηση: ‘τι λείπει;’

Να τι λέει ο Σαντ επισημαίνοντας το λάθος της παρουσίας: ‘Η αναμονή απόντων αντικειμένων και όχι η παρουσία τους δημιουργεί την ηδονή. Θα απολαύσουμε την πραγματική παρουσία τους, καταστρέφοντάς τα. Κακοποιώντας τα θα τα καταστήσουμε παρόντα’.
Για να τον συμπληρώσει ο φίλος του ο Παύλος: ‘μη σκοπούντων ημών τα βλεπόμενα αλλά τα μη βλεπόμενα. Τα γαρ βλεπόμενα πρόσκαιρα. Τα δε μη βλεπόμενα αιώνια.’
Έτσι ο Άλλος είναι Άλλος. Μένει πάντα Άλλος, αίτιο επιθυμίας, αίτιο επιθυμίας της επιθυμίας του, επειδή ακριβώς Άλλος σημαίνει υπάρχει υπόλοιπο.

Κλείστε, λοιπόν, το στόμα, ανόητοι. Να πεθάνει πάει ο Οιδίποδας. Τι θαυμάζετε; Σε τι μένετε έκθαμβοι; Μην τυφλώνεστε από το φως των φιλόλογων και των ψυχαναλυτών. Μην κάνετε το λάθος να πιστέψετε ότι κάτι συνέβη εκτός από αυτό που έζησε. Αφήστε τον εαυτό σας να σκεφτεί. Χωρίς διαβάσματα κι επιρροές. Γιατί η θρησκεία επιτρέπει τον Οιδίποδα; Μα, γιατί καταδικάζεται. Εσείς, όμως, τι θαυμάζετε στον Οιδίποδα; Μα φυσικά, ότι του συνέβησαν όλα αυτά. Σ’ αυτόν συνέβησαν. Σας τρέχουν τα σάλια. Σ’ εσάς, όπως λέει η Ιοκάστη, μόνο στον ύπνο σας.

Αμ, εκείνος ο Ιώβ και η Ζυστίν, τι σας λένε; Ο Ιώβ απολαμβάνει την απόλαυση που προσφέρει στον μεγάλο Άλλο. Απολαμβάνει την δοκιμασία κατά τον ίδιο τρόπο που απολαμβάνει ο Ιωνάς και η Ζυστίν. Η Ζυστίν, ακόμα περισσότερο. Το τέλος της δεν έχει την γελοιότητα του τέλους του Ιώβ (Αυτός, που ονόμασε την κόρη του ‘Κοσμηματοθήκη’! Ποιο είναι το κόσμημα, Κύριε; Τίνος είναι;). Ο κεραυνός, υποψιασμένος ότι η Ζυστίν μπορεί ν’ αλλάξει ζωή, να παρασυρθεί στο κακό της ενάρετης ζωής από τον καλό Θεό, διακόπτει ριζικά την όποια προοπτική. Καρβουνιάζει ως άχρηστο πια το σώμα-φορέα της απόλαυσης. Η Ζυστίν πάει στον Παράδεισο της Κόλασης πιστή ως το τέλος, φερέφωνο της απόλαυσης του Άλλου, όχημα της ηδονής του, υπηρετώντας το λάθος του Θεού: ότι υπάρχει για να ενσαρκώνει το σωστό – το παρά φύσιν.
Πρέπει να σας αφήσω τώρα…

Α, ναι. Και την Αμφιβολία… Ίδιας τάξης και σημασίας με το Γέλιο και την Ύβρη. Τι είπατε; Να σας πω δυο λόγια;.. Τι να σας πω; Να, θυμήθηκα τον Ρόρτυ που αποκαλεί την αλήθεια ‘κενή φιλοφρόνηση’ στις πεποιθήσεις που μας βοηθούν να κάνουμε αυτό που θέλουμε. Σκέφτομαι καμιά φορά, μήπως έχουμε κάτι ν’ ακούσουμε από τη μεριά της Ερμηνευτικής, δηλαδή την παραδοχή της δυνατότητας λάθους ως αλήθειας.
Σαν δηλαδή η Επιστημολογία ν’ αναλαμβάνει πια τον ρόλο του ταξινομητή των ειδών στις σκονισμένες προθήκες της κανονιστικής ροής του πνεύματος πράγμα που επιτρέπει στον Μάλκομ να διερωτάται: πώς ξέρω ότι ο σκύλος είναι σκύλος; Και για να το πάμε λίγο παρακάτω: πώς ξέρω ότι είμαι εγώ όταν κοιτάζομαι σε μια φωτογραφία ή πώς ξέρω ότι είμαι εγώ όταν κοιτάζομαι το πρωί στον καθρέφτη; Εδώ, ο Χιούμ και ο Σωσύρ δεν έχουν να μας πουν τίποτα. Μήπως ο Μιλόν και η ‘αρνητική εαυτοσκοπία’; Μα, είναι δυνατόν να καταφεύγουμε στην ψυχιατρική για την επίλυση ζητημάτων φιλοσοφίας;
Μήπως να βλέπαμε με μια άλλη ματιά –εκτός των ‘αναφορικών πλαισίων’ του Ντάντο και του Πάτναμ-  την συνάφεια της ‘επανάστασης’ του Κουν εν σχέσει με το ‘συμβάν’ του Μπαντιού, 'την πράξη' στον Ζίζεκ και το ‘πραγματικό’ στον Λακάν; Έχετε σκεφτεί ότι μπορεί να πρόκειται για την ίδια σκέψη; Τουλάχιστον ως τόπο ανατροπής.

Και τώρα, πες μου, καλέ μου Κύριε, η αμφισβήτηση της αλήθειας μέσω αυτών που μόλις είπα θα μπορούσε να θεωρηθεί ως πρόταση για την αλήθεια; Ω, αλλοίμονο, καλέ μου Κύριε, η αμφισβήτηση της αλήθειας να διεκδικεί τη θέση της αλήθειας…
Μήπως, τελικά, τριγυρνάμε, μακαρίως καθεύδοντες, στο ίδιο σημείο, αλλάζοντας απλά λεξιλόγιο, αφού individuum est ineffabile θα ‘λεγε ο Ντιλτάυ, και νομίζοντας έτσι, την κάθε φορά, ότι ανακαλύπτουμε την αλήθεια του κόσμου φτιάχνοντας ένα νέο κόσμο μέσω ενός νέου λεξιλογίου; Ίσως. Στο κάτω-κάτω κι ο Θεός μιλώντας δεν έφτιαξε τον κόσμο;    

Έτσι που λέτε, Κύριε… κάπου-κάπου αναδύεται το Λάθος σ’ όλη του τη μεγαλοπρέπεια λούζοντας με το μαύρο του φως τα επιτεύγματα του Πολιτισμού, της Ηθικής, της Θρησκείας.
Να ένα τέτοιο λάθος, είναι ας πούμε η Ποπαία που δεν επιχειρηματολογεί ηθικολογώντας. Το αντίθετο: δεν υπάρχει εξήγηση. Ο άνθρωπος είναι αυτό που είναι. Ο κόσμος είναι αυτός. Η Ποπαία δεν αποτελεί περίπτωση εκτροχιασμού της ανθρώπινης κατάστασης. Απεναντίας, αποτελεί τυπικό παράδειγμα αυτού που η Χ. Άρεντ κατονομάζει ως 'κοινοτοπία του κακού'.
Αντίθετα, στην Ζυστίν υπάρχει μια Ηθική του Κακού ως κανόνας για την ζωή: Παρ’ ότι ο άνθρωπος προσπαθεί το Καλό, είναι από τη φύση του δοσμένος στο Λάθος. Η προσπάθεια έχει νόημα μόνο και μόνο για να αποτυχαίνει.
Η έκθεση ‘Η ζωγραφική ως έγκλημα’ μιλάει ακριβώς γι’ αυτή την καταραμένη στιγμή της Τέχνης που ξεσκεπάζει το Λάθος ως την φύση του ανθρώπου, ως την Αλήθεια του Ανθρώπου.

Την ίδια αλήθεια που αχνοφαίνεται στον διάλογο του Ντιντερό με τον ανιψιό του Ραμώ ως πλεονάζον νόημα της Λογικής το οποίο οφείλει αδιάκοπα ν’ απορροφά ως το εκμαγείο του δικού του προσώπου που ακούει στ’ όνομα ‘τρέλα’ έστω σε εισαγωγικά ακόμα. Τα οποία, εισαγωγικά, όπως παρατηρεί ο Φουκώ, αποσύρονται στη συνέχεια στην περίπτωση Νίτσε, στην περίπτωση Αρτώ. Γιατί το Λάθος είναι πια σε θέση να διεκδικήσει τη θέση του.
Το ξέρω ότι το ξέρετε κι αν δεν το ξέρετε, το ‘χετε σίγουρα βιώσει, απλά σας θυμίζω την φράση του Ντιντερό 150 χρόνια πριν τα ‘Τρία δοκίμια της σεξουαλικότητας’: ‘αν το μικρό αγρίμι μεγάλωνε μόνο του διατηρώντας όλη του την άγνοια και μπερδεύονταν τα ψήγματα λογικής ενός βρέφους με τα πάθη ενός τριαντάχρονου άνδρα θα στραγγάλιζε τον πατέρα του και θα κοιμόταν με την μητέρα του.’ Ή με τον χασάπη, όπως η μικρή του Νερβάλ.
Η επιθυμία γνωρίζει σωστό και λάθος; Υπάρχει λογική επιθυμία; Κι ο αλέκτωρ Σπινόζα δεν φώναζε μέσα απ’ το βαθύ όρθρο της φιλοσοφίας ‘η επιθυμία είναι η φύση του ανθρώπου’;
Τελεία και παύλα.

Τι είπατε; δεν σας ακούω… Ορίστε;… Μιλάτε; Πιο δυνατά Δεν σας ακούω. Α, ήταν παύση, αγαπητέ, σιωπή. Δυσπιστείτε απέναντι στα σημεία στίξης για το χάος που μπορεί ν’ ανοίξουν. Ανάμεσα σε μια τελεία κι ένα κεφαλαίο μεσολαβεί το κενό, πρέπει να πηδήξεις, να κάνεις τον ζογκλέρ με τις λέξεις πάνω από την άβυσσο, όπως έλεγε ο φίλος μου ο Βλαδίμηρος. Ένα παραπάτημα, ένα λάθος και την έβαψες. Η ίδια η γλώσσα είναι το λάθος της ανάρρωσης από την ηδυ-πάθεια του ‘πραγματικού’. Να θέλει να δώσει νόημα στον κόσμο, να συλλάβει τον κόσμο στα μέτρα αυτού που μιλάει, ένα πάντα μέσα στο ποτέ. Μια πετυχημένη απόπειρα διασκέδασης του Λάθους, μια οδυνηρή και παρήγορη προσπάθεια υπέρβασης του Λάθους: μόνος με τον Άλλον.
Έτσι, το Λάθος στη Γλώσσα συνδέεται ευθέως με τη Γλώσσα ως Λάθος.
Το Υποκείμενο – φορέας του Λάθους θα παρεκτραπεί άθελά του από το λάθος που δεν μπορεί να σηκώσει. Το λάθος στη γλώσσα είτε ως παραδρομή, είτε ως ποίηση – όλη η ποίηση είναι μια παρά φύσιν ανάδυση της γλώσσας, μια αδυναμία του συμβολικού να χρησιμοποιήσει ‘σωστά’ τον παραδειγματικό και συντακτικό άξονα, μια κατ’ ευθείαν έστω και μεταμφιεσμένη γλωσσικά ανάδυση του 'πραγματικού' (σκεφτείτε το ακατανόητο: η ποίηση ως λάθος να θέλει να βάλει ‘μέτρο στο χάος του κόσμου’) – αναδεικνύει το Υποκείμενο, κληρονόμο του ‘πραγματικού’, αυθεντικό εκπρόσωπο του εαυτού του, επαναστατημένο – σε πείσμα του Τσόμσκι (αλήθεια έχετε σκεφτεί ότι ο Τσόμσκι παρ’ όλες τις ρηξικέλευθες πολιτικές του ιδέες υποστηρίζει ως κανονικότητα του υποκειμένου την ένταξη του, άνευ λάθους, στην κανονικότητα της γλώσσας και το τι σημαίνει αυτό;) – ενάντια στη σύμβαση, μια απεγνωσμένη προσπάθεια δραπέτευσης από τις συντεταγμένες της Λογικής, από τις Λεβιστρωσικές συνιστώσες του ιστού, από την δευτερογενή διαδικασία της σύμβασης.
Μια επίκληση, παράδοξη, ενίοτε έως σχιζοφρενική να εισακουστούν οι προσευχές να δώσει ένα χεράκι το ‘πραγματικό’.

Το Υποκείμενο είναι Υποκείμενο επειδή είναι λάθος. Επειδή έχει την δυνατότητα να κάνει λάθος στο Λόγο, στη σκέψη του, στη ζωή. Σαν τα παιδιά, σαν τους επαναστάτες, σαν τους ποιητές, σαν τους ερωτευμένους. Η Ιστορία προκύπτει από λάθη που εισέρχονται στη συμβατική της ροή, για να αναγνωριστούν εν συνεχεία ως σύμβαση και να εγκυμονήσουν τα νέα λάθη. Το λάθος είναι η ίδια η Ιστορία στην εξέλιξή της, όπως ακριβώς στην επιστημολογία των επιστημών, θα ‘λεγε ο Κουν όπου η σύλληψη του λάθους καθιστά μεταβλητή την συνείδηση ως συνείδηση λάθους.
Ο Πολιτισμός, η Κοινωνία, η Επιστήμη, η Τέχνη υπάρχουν επειδή προσπαθούν να εγκιβωτίσουν το λάθος που αλλιώς θα τα διέλυε. Η εγκιβωτίωση αυτή όμως, θα εγκυμονήσει  τον κίνδυνο στους ίδιους αυτούς θεματοφύλακες της συμβατικής ροής. Οφείλουμε να υπάρξει ένα στιγμιαίο σβήσιμο του μεγάλου Άλλου θα 'λεγε ο Ζίζεκ. Η Πολιτική, ο Νόμος δεν είναι παρά η εμπράγματη αναφορά του Λόγου στην αποφυγή του Λάθους. Ο Μπαντιού το εκφράζει λέγοντας 'η αλήθεια αναδύεται μέσω της 'εξάρθρωσης' της ίδιας της τάξης που την έκανε να υπάρχει'.
Μια Ρήξη.


Tι είπατε; Δεν σας ακούω καλά… Για το πούνκτουμ στη φωτογραφία; Α, με τον Ρολάν, γνωριζόμαστε πολλά χρόνια. Από τότε που ζούσαμε στο Παρίσι. Πρώτα έφυγε εκείνος. Εγώ, έφυγα μετά. Αλλά, συναντιόμαστε, αρκετά συχνά θα ‘λεγα, στα γνωστά μπαράκια: ‘Φωτεινός θάλαμος’, ‘Βαθμός μηδέν’, το ‘Κενό του Τόκυο’.
Χθες, συναντηθήκαμε στο ‘Φωτεινό θάλαμο’. Ήταν κι άλλοι. Σχολιάσαμε τη φράση του ‘για να δεις σωστά μια φωτογραφία πρέπει να κλείσεις τα μάτια.’ ‘Σωστά;’ ‘Ναι, σωστά.’ Υπάρχει λάθος τρόπος να βλέπεις μια φωτογραφία; Μα φυσικά. Η Φωτογραφία, όπως η Τέχνη, μας σταματά την όραση, δεν βλέπουμε πίσω από την φωτογραφία, το πίσω μέρος της φωτογραφίας, που είναι η χαμένη μας πατρίδα, ο τόπος που δεν έχουμε. Η νοσταλγία της φωτογραφίας δεν αφορά την εικόνα της αλλά γίνεται ολόκληρη ένα σημαίνον, μια κλειστή πόρτα για τον τόπο που δεν έχουμε.
Και γι’ αυτό, σκεφτόμαστε. Είναι η γενέθλια γη της σκέψης μας. Ψάχνουμε εκείνο που δεν βρίσκουμε μπροστά μας, κατάματα. Μα κι εδώ αδιέξοδο, να μην πω τρομοκρατία, στη θέαση του άλεκτου, του ανείπωτου. Χαμένοι από παντού, ας βγάζουμε φωτογραφίες, λοιπόν, για να ξεχνάμε. Την σύμβαση της πραγματικότητας της εικόνας και της λέξης. Το χάος που αποκρύπτεται.

Η φωτογραφία τα καταφέρνει. Μας φοράει μια εικόνα, την εικόνα της, την εικόνα μας ως όντα που τα έχουμε καταφέρει. Η φωτογραφική πραγματικότητα από τον φωτογράφο κυρ-Θεό στημένη ως πραγματικότητα του κόσμου, ως κάλεσμα να εισέλθουμε εντός του αλλά όχι να τον παραμερίσουμε. Λίγοι το αποτόλμησαν. Και τι κατάφεραν; Τίποτα.
Σαν τον Γουΐτκιν. Το ‘μέσα’ από την επιφάνεια γίνεται μια εικόνα που κρύβει το πιο ‘μέσα’.

Τότε, ενώ ήταν σιωπηλός ως εκείνη τη στιγμή, πετάχτηκε ο Καρερά και με ένταση στη φωνή: ‘φωτογραφίζουμε για να μην βλέπουμε. Η φωτογραφία πραγματοποιεί το παλιό υπαρξιακό σχέδιο της Δύσης, σε μια τελευταία απόπειρα, επιτυχημένη, ν’ αμυνθεί ο άνθρωπος έναντι του ανυπόφορου γεγονότος της ζωής, Η φωτογραφική πράξη δεν προέρχεται από αγάπη για τα πράγματα, ούτε από επιθυμία αναμνήσεων, αλλά από την απλή και καθαρή επιθυμία του ανθρώπου, να μεταποιήσει την ύπαρξη σε σημείο-να ζει χωρίς βλέμμα, χωρίς σκέψη, χωρίς νόηση’.

Σε κείνη την έκθεση στο Παρίσι, που λέγαμε, ‘Η Ζωγραφική ως Έγκλημα’, καταγγέλλουν οι εικόνες την δήθεν αγγελική φύση του ανθρώπου ως παραπλανητική της ιστορίας της τέχνης και της φύσης του ανθρώπου. Δηλαδή, τι να δείξουν; Ότι και να δείξουν, εικόνες θα ‘ναι, πάλι θα κρύβουν. Γιατί, το λάθος δεν είναι ο τρόπος αναπαράστασης. Είναι η όποια αναπαράσταση. Η όποια θεατρική, εικονική, λεκτική, μουσική προσέγγιση είναι λάθος, αφού το Λάθος που υπαγορεύει εν κρυπτώ, δεν συλλαμβάνεται γιατί είναι αδύνατον ν’ αποδώσει τον εαυτό του ως άλλο από αυτό. Η σύλληψη της έκφρασης του δεν μπορεί παρά να είναι λάθος γιατί το ίδιο υπάρχει ως αδυναμία έκφρασης του είναι του αφού, είναι αυτό που είναι.
Άντε κι ο τακτοποιητής Θεός να το εκφράσει με καμιά Μεταφορά. Με μια λάθος Μεταφορά που θα συγχέεται με τη Μετωνυμία. Αλλά αυτό είναι όλο κι όλο. Γι’ αυτό οι άνθρωποι όταν κοιτάζουν ένα έργο τέχνης δεν συναντιούνται σ’ αυτό που βλέπουν αλλά στην αφαίρεση, σ’ αυτό που δεν βλέπουν. Όπως λέει ο Τζέκι, η όραση είναι ένα λάθος του αμφιβληστροειδούς.

‘Τα τέρατα που γεννιούνται από τον ύπνο της λογικής’ είναι τα παραμορφωμένα από την πίεση λάθη που ζαλισμένα βγαίνουν να διεκδικήσουν τη θέση τους στο φως. Λάθος τους, αλλά άντε να τους το πεις. Τα τέρατα είναι η πιο αυθεντική και γνήσια εκδήλωση του πνεύματος συμβιβασμένα σε εικόνα για να μπορέσουν να έχουν πρόσβαση στο συμβολικό. Γιατί πώς να δείξουμε αυτό που δεν έχει εικόνες και κανένας δεν είδε; Ωστόσο, είναι η τελευταία τους ελπίδα να επανέλθουν στο ορατό, αφού δεν απορροφήθηκαν από τη γλώσσα.
Μην ξεχνάμε, ότι αυτό που αποκλείεται από το συμβολικό επανέρχεται στο ‘πραγματικό’. Κι ο φίλος μας ο Λούντβιχ που ήταν παρών στη συζήτηση, έκανε το λάθος να πει, νομίζοντας πως υπερθεματίζει, ότι αυτό που δεν λέγεται, αυτό δείχνεται. Και η γλώσσα η λογικομαθηματική που μας μίλησε, όπου το μη-νόημα δεν έχει θέση αφού ότι δεν λέγεται δεν είναι εκεί, δεν είναι παρά η γλώσσα του ψυχωτικού που δίνει νόημα σε όλα, ξορκίζει το λάθος – ο παρανοϊκός ως λάθος δεν κάνει ποτέ λάθος – από έλλειψη αντοχής για το χάσμα του λόγου, έλλειψη πατρικής μεταφοράς.

Τι ακούω; Το ‘Μy way’ είναι, Κύριε. Όχι με τον Σινάτρα. Ο Σινάτρα είναι γλυκός και ηρωικός σαν εξόδιος ακολουθία. Με τους Σεξ-Πίστολς. Που επιτίθενται ειρωνικά στο Λάθος αποκλείοντας του τη θέση του σωστού παρ’ ότι είναι η μόνη δυνατότητα Λάθους.

Και ξέρετε κάτι, Κύριε; Η ζωή που παίρνεται λάθος πάλι σωστή είναι. Δεν μπορεί να ‘ναι αλλιώς. Ποιος κρίνει; Ποιος μετανιώνει; Η πλήρης αλλαγή της ζωής δεν προϋποθέτει εκείνη του λάθους που θα επιφέρει την αλλαγή;

Αχ, η ζωή, Κύριε, δεν μπορεί να κριθεί αν θα ‘ταν άλλη και σωστή γιατί βαθιά η επιθυμία υπαγορεύει την αόρατη ευχαρίστηση την καλυμμένη με το κόστος ότι θα ‘θελα η ζωή μου να ‘ναι αλλιώς.

Τι αποτυχημένος είναι αυτός που δεν έκανε ποτέ λάθος!...

Ας διεκδικήσουμε το λάθος ως τη μόνη σωστή απόφαση της ζωής μας.

Να φτιάξουμε ένα 'Μουσείο των Λαθών'.
Να φτιάξουμε ένα 'Λεξικό των Λαθών του Ανθρώπο' και ένα προσωπικό λεξικό των λαθών του καθενός. Γιατί αυτό που θα μιλά θ’ αναδεικνύει την Ιστορία μας. Θα δίνει απάντηση στο ποιοι είμαστε.

Ο άνθρωπος ορίζεται ως Υποκείμενο των Λαθών του. Αυτό που δεν θέλει να ξέρει. Αλλά το κάνει. Κι αφού ρουφήξει την ευχαρίστηση, ύστερα τρέχει γρήγορα-γρήγορα να προλάβει το λεωφορείο του σωστού. Βαθιά μετανιωμένος, δηλαδή βαθιά γλυκαμένος από το λάθος που τον ανέδειξε σε Υποκείμενο της επιθυμίας του. Το λάθος κάνει τον Άνθρωπο. Ουδέποτε ο άψογος στρατιωτικός βηματισμός μπορεί ν’ αναδείξει τον Ένα. Το λάθος μιλά για την επιθυμία, ορίζει τον Άνθρωπο ως Υποκείμενο λόγου.

Να φτιάξουμε κι ένα ‘Λεξικό των Παρ’ ολίγον Λαθών’, όταν δηλαδή την γλυτώσαμε από το λάθος, όταν δηλαδή κάναμε Λάθος. Καταλαβαίνετε, λοιπόν, Κύριε, γιατί ο άνθρωπος έλκεται από την αμαρτία, την αστοχία, την απιστία, το ψέμα, το παραστράτημα… Γιατί αν παραμείνει χωρίς αταξία στον άψογο στρατιωτικό βηματισμό της Κοινωνίας, της Ηθικής, της Θρησκείας, της Λογικής ουδέποτε θα έχει την εντύπωση ότι έζησε. Η προσαρμογή είναι ο δήμιος της ενικότητας.
Καταλαβαίνετε, λοιπόν, Κύριε, γιατί μας θέλουν όλους ίδιους, να σκεφτόμαστε το ίδιο, να πεθάνουμε ίδια...
Βέβαια, το να καταπολεμάς το Λάθος ως ενάρετος ή Άγιος μπορεί να έχει την ίδια αξία με το να πράττεις αφού η φρικίαση της αγαλλίασης δεν προκύπτει από ότι το νίκησες – αυτό είναι το ψέμα – αλλά απ’ ότι βρέθηκες στα δίχτυα του. Από τα οποία δεν θέλει κανείς να ξεφύγει και παραμένει αιώνια κάνοντας ότι αντιμάχεται αιώνια με το Λάθος που του προσφέρει αυτή την ηδονή. Σαν τους ταξιδιώτες, που κλείνουν τ’ αυτιά τους επιδεικτικά στο τραγούδι των σειρήνων για να συλληφθούν από το φοβερό τους όπλο, την σιωπή, μας λέει ο Κάφκα.
Όταν το βέλος φύγει οφείλει να βρει το στόχο του κάνοντας Λάθος. Ν’ αστοχήσει. Ν’ αμαρτήσει.

Με τι πάθος, γαλήνιο πάθος, υποστηρίζει ο φίλος μου ο Ζαν-Πωλ ότι ο άνθρωπος είναι ένα άχρηστο πάθος!..
Με τι συνταρακτική ηρεμία τραγουδάει ο Ουράνης: 'αφήστε το πηδάλιο στης τρικυμίας τα χέρια, το πιο φρικτό ναυάγιο θα ήταν να σωθούμε'.

Ας περιπλανηθούμε μέσα στο Λάθος, μέσα στο ταξίδι της ζωής.*
‘Τίποτα το ουσιαστικό δεν έχει ακόμα παραχθεί στον κόσμο. Η τελευταία λέξη του κόσμου επί του κόσμου δεν έχει ακόμα παραχθεί’, λέει ο Μπαχτίν.

Ας δώσουμε χώρο στο λάθος. Ας συν-χωρήσουμε το Λάθος.
Αγάλλου εν λάθει, καλέ μου Κύριε.
Μη φοβού.

Ο άνθρωπος δεν είναι ούτε λάθος ούτε σωστό.
Ο άνθρωπος, ένα Κάτι-Τίποτα.
Κάτι, επειδή σκέφτεται.
Τίποτα, εκ των πραγμάτων.

Το λάθος τον σώζει.


* Το κείμενο αυτό και ο συλλογισμός που αναπτύχθηκε μπορεί να είναι Λάθος.
Ε, και!… Τι σημασία έχει; Σημασία έχει, σαν τον ήρωα του Ο. Παμούκ στο ‘Μουσείο της αθωότητας’, ν’ αναφωνήσουμε  στο τέλος, με πλήρη επίγνωση της άγνοιας του Λάθους: ‘ Έζησα μια ευτυχισμένη ζωή!’

 

 

Διαβάστε περισσότερα...

Αντί Προλόγου

Μια -όχι και τόσο- τυχαία συνάντηση

του Φώτη Καγγελάρη


Δεν είναι ακριβώς ότι συνομιλούν. Ούτε ότι τα πάνε και τόσο καλά μεταξύ τους. Η συγκατοίκησή τους θα μπορούσε να είναι προβληματική. Εκτός κι αν ο θεατής διαβάσει τα  κείμενα των έργων ως συμπληρωματικά επειδή διέπονται ακριβώς απ’ αυτή την αντίθεση.
Αλλά, ως προς τι συμπληρωματικά; Θα μπορούσαμε άραγε να δούμε τις μάσκες ως την σχετικά αδιαμεσολάβητη έκφραση του ασυνειδήτου και τις ζωγραφιές ως την κατ’ αρχήν αδιαμεσολάβητη έκφραση του συνειδητού; Λέω σχετικά, γιατί και στις δύο περιπτώσεις εμπεριέχονται στοιχεία από το ένα στο άλλο. Το ασυνείδητο ως εικαστική έκφραση παύει να είναι το άγριο και τρελό μέρος του ανθρώπου. Γίνεται primitif, ή sauvage, ή art brut. Αλλά, πάντως τέχνη. Όπως έλεγε ο Μπαρτ για την φωτογραφία την οποία χαρακτήριζε “εικόνα τρελή εμποτισμένη με πραγματικότητα” παύει να είναι τρελή απ’ την στιγμή που γίνεται Τέχνη.
Μα δεν υπάρχει τρελή τέχνη; θ’ αναρωτηθεί κανείς... Η τέχνη του ψυχιατρείου τι είναι; Ναι, αλλά, το ουσιαστικό στην φράση είναι η Τέχνη. Είναι κατ’ αρχήν έκφραση. Και ως εκ τούτου εμπίπτει στο συμβολικό πεδίο του Λόγου. Μ’ αυτήν την έννοια, η τρέλα διαμεσολαβείται – οριοθετείται σε εικαστική ή άλλη – δημιουργία. Διατηρεί όμως, το ατίθασο, το άρρητο της καταγωγής της, αν θέλετε το primitif, αυτό που έκανε τον Πικάσο να παρατηρεί τις μάσκες της φυλής Φανγκ της Γκαμπόν στο Μουσείο του Τροκαντερό και να εμπνέεται για να παρουσιάσει λίγα χρόνια αργότερα (1907) τις “Δεσποινίδες της Αβινιόν” σηματοδοτώντας έτσι την έναρξη του Μοντερνισμού.
Η διαφορά είναι τούτη: Όσο κι αν η δυτική τέχνη επικαλείται το ασυνείδητο ως δημιουργική πηγή (αυτόματη γραφή, σουρεαλισμός, νταντά, sauvage, φωβισμός, αξιονίστ, κ.λπ.) έχοντας «χάσει» την σχέση με την καταγωγή της μέσω της κάθετης ανάπτυξης της ιστορικότητάς της αγωνιά σε σχέση με την τέχνη των χωρών εκείνων όπου η εξέλιξή τους αναπτύχθηκε σε οριζόντιο άξονα (Κ.Λ.Στρως) και δεν έχασαν την επαφή με την καταγωγή τους: ίδιοι θεοί, δαίμονες, δυνάμεις. Αγωνιά για την απόδοση του αυθεντικού, του προσωπικού, του ύφους σε αντίθεση με τις προαναφερθείσες χώρες, όπου η εικαστική δυνατότητα έκφρασης του Λόγου του ψυχισμού είναι σύμφυτη του κοινωνικού ιστού και της καθημερινής τελετουργίας.

Μάλλον, κάπως έτσι συνομιλούν. Πειράζονται. Θυμώνουν. Δεν συνυπάρχουν. Παρ’ ότι ρίχνουν κρυφές ματιές τα μεν στα δε και προσποιούνται ότι χαμογελούν, διέπονται από μια ναρκισσιστική υπεροψία. Τα μεν πατώντας στην σταθερότητα της ακινησίας των αιώνων, τα δε στην κίνηση της εξέλιξης των αιώνων. Ανέχονται τα μεν τα δε λόγω της αναγκαστικής τους συγκατοίκησης, αφού ο πλανήτης έγινε μια παγκόσμια κοινότητα, αλλά, θα λέγαμε, με άσπονδη φιλία.
Βέβαια, δεν ξέρουμε τι γίνεται τα βράδια. Αλλά, πρέπει να γίνεται μεγάλος τσακωμός. Πρέπει να πέφτουν σπρωξιές, παραγκωνισμοί. Μόνο έτσι θα μπορούσαμε να εξηγήσουμε γιατί μερικές κορνίζες βρίσκονται το πρωί λοξές ή γιατί το μάτι της μάσκας μας φαίνεται πιο έντονο από χθες.
Και μόνον ο προσεκτικός θεατής θα δει ότι στο βάθος τα υπόγεια ποτάμια της επιθυμίας και του φόβου σμίγουν για ν’ αντιμετωπίσουν την αγωνία της ζωής, του χρόνου, του θανάτου.
Γι’ αυτό, αγαπητέ θεατή, παρ’ ότι με το βλέμμα σου θα ταξιδέψεις στα τοπία των προσώπων και των χρωμάτων, πάρε μαζί σου τα λόγια του Μικρού Πρίγκιπα: “Τα πιο σημαντικά πράγματα δεν τα βλέπεις με τα μάτια”.

 

 

Διαβάστε περισσότερα...

Αντί Προλόγου

Ανοιχτή επιστολή* στο φίλο μου τον Γκότφριντ Βίλχελμ

του Φώτη Καγγελάρη

"Ας είμαστε ρεαλιστές,
να ζητάμε το αδύνατον"
Μάης '68

 

Γιατί υπάρχει το Κάτι και όχι το Τίποτα, αναρωτήθηκε ο φίλος μου ο Γκότφριντ Βίλχελμ Λάιμπνιτς, σε κάποια μας συνάντηση. Ξεπερνώντας, ακόμα μια φορά, το αρχικό δέος της ερώτησης, σου γράφω αυτή την επιστολή, φίλε Γκότφριντ Βίλχελμ, προσπαθώντας ν’ απαντήσω. Αναρωτιέμαι: αναγνωρίζοντας στο Τίποτα ύπαρξη σε τι θα διέφερε από το Κάτι; Πώς μπορούμε να βρεθούμε εκτός της ύπαρξης και εκτός του Λόγου ώστε αφ’ ενός να δούμε το Τίποτα ως Κάτι που δεν εμπίπτει στην ύπαρξη και αφ’ ετέρου ως Κάτι που δεν λέγεται; Ήδη, η φράση μου με προδίδει αφού κι αν ακόμα συνέβαινε αυτό, το Τίποτα ως Κάτι θα μιλιόταν, ως Κάτι θα υπήρχε. Για να μιλήσω για κάτι που δεν υπάρχει πρέπει να βρεθώ έξω από την γλώσσα, έλεγε ένας άλλος φίλος, ο Λούντβιχ. Και πώς να συλλάβω την μη-ύπαρξη παρά ως άλλη διάσταση ύπαρξης; Από ποιόν τόπο, λοιπόν, θέτω το ερώτημα, αφού αν υπήρχε το Τίποτα, θα αδυνατούσα Εγώ ο ίδιος ως Τίποτα να θέσω το ερώτημα; Αισθάνομαι, όμως, ότι πάω να ξεφύγω από το πρόβλημα μέσω της γλώσσας. Ξαναθέτοντας το ερώτημα μπροστά μου, λέω τούτο: είτε υπάρχει είτε δεν υπάρχει το Τίποτα, απ’ την στιγμή που εμπλέκεται σε όρους ύπαρξης, δεν είναι παρά μια διάσταση οντικότητας. Το είναι Τίποτα, οντικά, είναι ίσο με το είναι Κάτι. Το “δεν-είναι” προϋποθέτει ένα “είναι” που αναιρείται. Το “είναι” προϋποθέτει ένα “δεν-είναι” που αναιρείται. Όχι οντικά, αλλά κατά σειρά εμφάνισης όρων. Τώρα καταλαβαίνω γιατί, φίλε Γκότφριντ Βίλχελμ, αρχίζεις την φράση σου με το Κάτι. Το Τίποτα είναι ο Υποβολέας του Κάτι.

Έτσι, ούτε η ερώτηση “γιατί υπάρχει το Κάτι-Τίποτα” θα είχε νόημα γιατί, ότι και να σκεφτούμε ως συνέχεια της ερώτησης “…και όχι το Τίποτα;” θα παρέπεμπε στον εαυτόν του με τον τρόπο που είδαμε στην αρχική ερώτηση: γιατί υπάρχει το Κάτι και όχι το Τίποτα. Εξάλλου κι ο φίλος μας ο Ζαν-Πωλ, το θυμάσαι, είχε παρατηρήσει ότι η απουσία είναι μια δομή του είναι-εδώ, ένας οντολογικός δεσμός, το “γιατί” είναι υστερόχρονο του είναι και το προαπαιτεί. Ήταν στην ίδια συζήτηση που ο Ιμμάνουελ έθετε το περί “σκοπού”, και ο Ανρί, κάπως αγενώς, χαρακτήρισε την ερώτηση ως faux probleme. Ακούω, λοιπόν, το ερώτημα σου ως γιατί να υπάρχει κατ’ αρχήν το Κάτι και όχι το Τίποτα. Έτσι, το Κάτι και το Τίποτα εμπλέκονται σε μια χρονική περιπέτεια που υλοποιεί τις οντικές τους θέσεις. Το Επέκεινα ως ισοδύναμο της θέσης του θεατή είναι συνάμα αυτό που έρχεται να συναντήσει το βλέμμα του, αυτό που το βλέμμα του έρχεται να συναντήσει. Είναι ο “πριν-τώρα” υποβολέας του Εδώ, και ταυτόχρονα η δυνατότητα του “μετά”. Εν αρχή ην ο Λόγος. Αλλά, εν αρχή ην και το πριν της αρχής. Το big-bang είναι το Κάτι που αρχίζει από το Κάτι-Τίποτα που προϋπήρχε. Ο κόσμος αέναα προϋπάρχει της γέννησής του. Αέναα θα μεταϋπάρχει του θανάτου του. Τι είναι Αυτό που κάνει την αρχή ως Λόγο να υπάρχει;
Τι είναι το Αυτό του Κόσμου;
Τι είναι το Αυτό του Κυρίου;
που κάνει
· τον Βιτγκενστάιν να λέει ότι το σπουδαιότερο μέρος στο βιβλίο του είναι αυτό που δεν έχει γραφτεί
· τον Φρόυντ να μιλά για την “άλλη σκηνή”, για το “πέραν της αρχής της ηδονής”
· τον Καντ να διαπραγματεύεται το εκτός εποπτείας “καθ’ εαυτό” και με την έννοια του Υψηλού να συναντά το αδιαμεσολάβητο εποπτείας Πραγματικό στο Λακάν
· τον Χάιντεγκερ να σταματά την αναζήτηση του Είναι και του Λέγειν στους στίχους του Χαίλντερλιν
· τον ερωτευμένο να λέει «σ’ αγαπώ πέρα από κάθε τι»
· τον Υπέρ-επέκεινα-Άνθρωπο, τον “πέραν του καλού και του κακού”, τον Εσταυρωμένο-Αντίχριστο του Φουκώ
· το πέραν των ορίων στον Σαντ, στον Μπατάιγ. Στον Παζολίνι, όπου το σώμα στον τόπο έξω από την Ρώμη, Επέκεινα της ιστορίας της πόλης, αναδεικνύεται σε ακραίο πολιτικό σημαίνον ως Επέκεινα της ρήξης της δικής του ιστορικότητας
και
· ο ωκεανός του Λωτρεαμόν και το σώμα στον Αρτώ
· ο Τάρσκι και το χιόνι είναι άσπρο εάν και μόνο εάν είναι άσπρο
· “η αυτοκρατορία των αισθήσεων” και η κατά Γκοντάρ πρόσθεση 1+2+3=4
· ο Στυλίτης μοναχός και “Dr Livingstone, I presume”, ο κάπτεν Κουκ και ο Μινχάουζεν
· η Αντιγόνη, ο Αίας… η Γουίνυ, το τσίρκο
· ο τρελός που ψαλίδισε τα γεννητικά του όργανα για να τα προσφέρει στα γενέθλια της γάτας του
· η ύβρις, ως ο έσχατα απεγνωσμένος ναρκισσισμός, η δικαιούμενη απόπειρα εξόδου από την ανθρώπινη κατάσταση
· το ριζικό ως ρίζα καταγωγής και συνάμα αμετάκλητος προορισμός: ο Οιδίποδας δεν μπορούσε να πάει πουθενά - ο Οιδίποδας είναι η επιθυμία του Άλλου
· του αποστόλου Καντ, η επιστροφή ως αρνητική αναχώρηση – κάθε σχέση προϋπόθεση πένθους, του Γρηγορίου Νύσσης
· οι μύθοι, τα παραμύθια, οι θρησκείες που υπαγορεύουν τους προς εκτέλεση άθλους του ανθρώπου ως σύγκριση με το Επέκεινα
· η ιδέα στον Πλάτωνα και το κινούν ακίνητον στον Αριστοτέλη
· κουνέλι ή πάπια. Αποκλειστικά… Η τρέλα στους μαθηματικούς
· ο Πάνος, που κανείς δεν μπορεί να του αποδείξει ότι δεν είναι γιός του Θεού
· ο προσδιορισμός της ταυτότητας από το Επέκεινα της Ετερότητας
· ο προσδιορισμός της Ετερότητας ως θάνατος και ως τρέλα. Η Χεγκελιανή διαμάχη, ο Μεγάλος Άλλος, το “Μπαλκόνι” του Ζενέ, η “Ανταρσία των αγγέλων”, ο πέμπτος Καρτεσιανός Στοχασμός του Χούσσερλ, ο Επέκεινα-Παρών κόσμος του Φίχτε. Η αθωότητα, η αγωνία και το Τίποτα στον Κίρκεγκααρντ, η 9η Δεκεμβρίου 1931 στο ημερολόγιο του Μαρσέλ…
· η αδυναμία ορισμού του “το” απ’ το ποντίκι στο αίτημα της πάπιας, στην Αλίκη
· η μη κατονομασία από τον Διονύσιο του “Παλαιού των ημερών”, η άνευ ονόματος παρουσία του “Εγώ ειμί ο ων” - “Την αρχήν ότι και λαλώ υμίν”
· το αίτημα της Σταχτοπούτας για φόρεμα με τον ουρανό με τ’ άστρα
· η κατά Μπαρτ ανάγνωση της φωτογραφίας ως κείμενο πέραν του θανάτου, η “υφαίρεση” του Μπαντιού και η αλήθεια, το μετέωρο βήμα της “διαφωράς”
· το “εγκώμιο της τρέλας” απ’ τον Έρασμο και “οι άνθρωποι είναι τόσο απαραίτητο να είναι τρελοί που θα ήταν άλλου είδους τρέλα το να μην είναι” απ’ τον Πασκάλ
· η κατά Μάικλς φωτογράφηση της πραγματικότητας ως φωτογράφηση του Τίποτα
· η συνάντηση του βλέμματος του γορίλα στη Ρουάντα, όταν ακίνητοι και θλιμμένοι κοιταχτήκαμε στιγμιαία μέσα στην ήττα
· η απόδοση του ουσιώδους μέσω των αντιθετικών νοημάτων στον Ισαάκ τον Σύρο και τους Νηπτικούς κι η συνάντησή τους με τον Γιάκομπσον για το νόημα της πραγματικότητας ως σύνθεσης αντιθέτων φωνημάτων
· η Αλίκη κι ο Γκιούλιβερ, ο Μόμπικ… ο Μπόμπυ Σαντς
· το Θεώρημα Κ΄ και το «Substantia sive natura sive deus» του Αγίου Σπινόζα
· το δραματικό χαμόγελο των νεόνυμφων στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου
· η απελπιστική αθωότητα των νηπίων στις πρώτες τους γυμναστικές επιδείξεις
· το μακιγιάζ των νεκρών, η μηχανή του Τοσκ. Η μηχανή του Μορέλ
· "με πόσους έχεις πάει…”. Cent personnes-sans personne
· η έρημος, η ζούγκλα, ο πάγος, η στέπα, ο “ορίζοντας”. Η Suzanne Urban
· ο Αντόρνο και το τέλος της τέχνης στα στρατόπεδα συγκέντρωσης
· το Σινεάκ, το “Au Revoir”, το βερμούτ, το “crazy love”, o φόβος-επιθυμία για το “χορεύουμε;” ποιός θυμάται το πρώτο φιλί;
· το “άρα”, του πατρός ημών Ντεκάρτ που, μόνο “άρα” δεν είναι , καταργώντας έτσι εκείνο που πήγαινε να υποστηρίξει και αφήνοντας τη θέση κενή προς επίσκεψη Εκείνου που έτεινε να καταργήσει
· ο Ιώβ και η Ζυστίν
· αν μπορεί κάτι να είναι και να μην είναι, μπορεί κάτι ούτε να είναι ούτε να μην είναι, μπορεί κάτι να είναι και να μην είναι. Αριστοτέλεια, Διαλεκτικά, Μαθηματικά, Ψυχαναλυτικά οχυρωματικά έργα Λογικής - οριοθέτησης του Επέκεινα
· η θρησκεία που, ως γιγάντια ταπετσαρία στη γλώσσα, στον χρόνο, στον Μεγάλο Άλλο, στο θάνατο, τείνει να μας προστατεύσει από το Αλλού –το πυρ το εξώτερο- αγνοώντας ότι μεταμορφώνεται έτσι σ’ αυτό που θέλει ν’ αποφύγει: στο Αλλού που καλύπτει τα πάντα
· γενιά πεντακοσίων ευρώ
· ο Καλντερόν και το πιο μεγάλο αμάρτημα το να’ χεις γεννηθεί, ο Σιοράν και το χάνουμε τα πάντα στη γέννηση, το “μή φ?ναι” στο Σοφοκλή
· ο Αρνχάιμ και ο δεύτερος νόμος της θερμοδυναμικής - η ένταση στην πτύχωση του μπαρόκ. Η ζωή ως ασθένεια με άσχημη πρόγνωση. Το νόημα ως σύμπτωμα του ψυχωτικού γεγονότος της ζωής. Η ζωή ως “flight to health” έναντι της ψύχωσης της ύπαρξης. Να περιμένουμε… Να επιθυμούμε. Άντε να περάσει κι αυτός ο χειμώνας…Ο σκοπός της ζωής ως άμυνα ενάντια στο θάνατο και ως αυτοϋπονόμευση αφού η πραγματοποίησή του απαιτεί την πορεία προς αυτό που θέλει ν’ αποφύγει (και τι να κάνουμε…πέστε μου; Να μην το γράψω αυτό το κείμενο;)
· οι συμβολικές συνιστώσες του Στρως για την ύφανση του ιστού
· ο Ζορό, ο Ρομπέν, ο Αιμίλιο, η Ντολόρες, ο Ερνέστο, ο Πατρίς, ο Νίκος, ο Αλέξης και άλλοι… και άλλοι… πολλοί
· η Κάρμεν και “τι πιο μεγάλη ευτυχία από το να πεθαίνεις απ’ το χέρι εκείνου π’ αγαπάς”. Η άμαξα του Κλέοβη και του Βίτωνα. Ο Μαν και “αυτοί που γνώρισαν την ομορφιά αξίζει να πεθάνουν”
· η αλήθεια ως σύνδεση ή διαχωρισμός των συμβόλων στον Λοκ, το μπορεί να υπάρχει αλλά να μην βρίσκεται πουθενά του Χιουμ, οι παράγραφοι 45, 65 του Μπέρκλεϋ. Το cafe Muller, o Ικαριώτικος χορός
· “γι’ αυτό σου ‘λεγα, να ξέρεις πάντα ποιό φαρμακείο διανυκτερεύει ή τουλάχιστον, κοίτα να ερωτευτείς” “Μη τους ξεσκεπάζετε τους ανθρώπους… αφήστε τους να κοιμούνται σκεπασμένοι με τα κουρέλια των επιθυμιών τους” “δεν θέλω να πεθάνω, δεν θέλω να γιατρευτώ, θέλω απλά να ζω μες την καταστροφή μου”
· η βούληση κατά Σοπενχάουερ στη μουσική, το “Ομ”, η κραυγή στον Μπέικον, η κραυγή στο Δαφνί. “Ω γλυκύ μου έαρ…“
· το φτύσιμο στην κάμερα
· το “ωχ!..” “σε παρακαλώ…” κλπ κλπ
· η Τέχνη, ως τέλειο παραβάν: «αν θέλεις να δεις κάτι, δες αυτό». Να βλέπουμε για να μην δούμε. Η Τέχνη ως παραβάν που συγκρατεί τον άνεμο του Αλλού ενόσω είναι συγκροτημένη απ’ αυτό: το τετράγωνο του Μάλεβιτς, το άηχο του Κέιτζ, η αυτοκτονία των Αξιονίστ, ο Στοκχάουζεν και η πτώση των πύργων… και οι παλιόφιλοι, ο Μπεργκ και ο Πικαμπιά, ο Ντυσάν… που χτυπούσαμε τα κουδούνια για να ρωτήσουμε τους ενοίκους αν μέναμε εκεί
· “δεν έχεις να πας πουθενά”. Ούτε αυτοκτονώντας
· ο Βλαδίμηρος, η Σύλβια, ο Παύλος, ο Βάλτερ, η Καμίγ, ο Λουί, ο Γιαννούλης και άλλοι… και άλλοι… πολλοί
· οι Άγιοι Γεώργιος και Δημήτριος γιατί φονεύουν μικρόσωμους δράκους;
· η ποίηση ως μετρονόμος του χάους, ο λόγος ως φόνος του πράγματος
· η αιχμαλωσία στην επιθυμία και η επιθυμία της άρνησης της επιθυμίας
· τα ψυχοσωματικά της Ελενίτσας και η εξασφάλιση του ακατανόητου
· η επιστήμη, η φιλοσοφία, η μυθολογία, ως η εκ του ασφαλούς οριοθέτηση του Επέκεινα
· το sinthome
· το Γκουαντάναμο
· το βλέμμα που βλέπει για να μην δει τη δυνατότητα του να βλέπει/να μην βλέπει, της Αγίας Λουκίας τα μάτια στο πιάτο, ο Μικρός Πρίγκιπας που χωρίς μάτια βλέπει τα σημαντικά. Κι ο Τειρεσίας που, αντί να βλέπει το μέλλον βλέπει το παρελθόν
· τα Τρόμπριαντ, το ανέβασμα των ανατολικών συνόρων του Κονγκό, το Μρακ Ου όταν δεν άντεξα την ομορφιά κι’ έσπασα το αυτί του Βούδα, η αγκαλιά με το γέρο-Ινδιάνο στο Μανάους…τα Γριζάτα
· η απόπειρα προς το Επέκεινα και η παγίδευση ανάμεσα στον έρωτα και τον θάνατο, των Σαιξπηρικών εφήβων
· η τελετουργία, φτιαγμένη από το υλικό που θέλει να αποκλείσει
· η κοινωνική εντολή για το πώς να είμαστε ευτυχισμένοι
· η πολιτική εντολή για το πώς να ζήσουμε και να πεθάνουμε, τι να θέλουμε, τι να
φοβόμαστε
· “κατά μέσο όρο”
· ο σκοπός της ζωής
· η καθημερινή έγνοια
· 4 ώρες τηλεόραση τη μέρα
· το καντιανό καθήκον, ο δισταγμός του Αρζούνα
· το όχι πέραν από το θεό και το διάβολο
· όχι πέραν της επιθυμίας
· όχι πέραν του φόβου
· όχι πέραν της σκέψης μας
· “γιατί σημασία έχει, να κάνουμε την επανάσταση την επόμενη Πέμπτη”
· ο Θάνατος που είναι προτιμότερος της Τρέλας
· η Τρέλα που είναι προτιμότερη του Επέκεινα
· το Επέκεινα που είναι προτιμότερο του …
· το Άρρητον ως ρήμα του είναι του. Το Άρρητον ρητά ενάντια στο είναι του
· ο “ Σκεπτόμενος”, αγαπητέ Ροντέν. Μα, τι υπάρχει για να σκεφτεί κανείς; Ακούω τον ψίθυρο της παραίτησης του Μαλλαρμέ: “η σάρκα μου φαίνεται ανιαρή… Κι έχω διαβάσει όλα τα βιβλία”
· “the world is clear to me but not to myself”
· εγώ, που επιμένω να ξεχνώ τους πρώτους στίχους απ’ τον Φάουστ, που επιμένω να θυμάμαι την πρώτη φράση της Απόδειξης του Θεωρήματος ΙΗ΄
· αυτά και άλλα πολλά
· τίποτα απ όλα αυτά
· προσθέστε το δικό σας “πέραν από…”
· μη προσθέσετε τίποτα
·

Η πραγματικότητα, σαν το όνειρο της πεταλούδας που βλέπει ότι είναι άνθρωπος και αναρωτιέται «αν ξυπνήσω θα είμαι πεταλούδα ή άνθρωπος που ονειρεύτηκε ότι ήταν πεταλούδα που ονειρευόταν ότι ήταν άνθρωπος;»

Ξυπνάμε στην πραγματικότητα για ν’ αποφύγουμε το Πραγματικό που συναντάμε στ’ όνειρο, έλεγε ο Λακάν. (ή αν θέλετε, κοιμόμαστε – ονειρευόμαστε (σ)την πραγματικότητα για να μην ξυπνήσουμε στο Πραγματικό).

Όλη η πραγματικότητα απόρροια του Επέκεινα
Όλη η πραγματικότητα αντίσταση στο Επέκεινα
Όλη η πραγματικότητα αναπαράσταση του Επέκεινα

Μπορούμε άραγε να συνδέσουμε το Κάτι – Τίποτα με το fort – da; Γιατί υπάρχει το fort και όχι το da ή το αντίστροφο; Γιατί να υπάρχουν και τα δύο; Όπου το ένα κάνει το άλλο να υπάρχει.

Η ερώτηση, λοιπόν, φίλε Γκότφριντ Βίλχελμ, νομίζω, ότι δεν είναι γιατί υπάρχει το Κάτι και όχι το Τίποτα αλλά, αν θα υπήρχε το Κάτι αν δεν υπήρχε το Τίποτα. Το απειροστικό, που θα ‘λεγες και συ. Η “συνδυνατότητα” του κόσμου που υπάρχει και του κόσμου που δεν υπάρχει. Η συγχρονικότητα, θα ‘λεγε ο Ανρί, εικόνας-αντίληψης και εικόνας-ενθύμησης, η συνύπαρξη παρελθόντος-παρόντος. Ας μην πούμε ωστόσο, ότι έτσι αίρεται η αμαρτία του Λόγου ως διχαστικής απόδοσης του κόσμου: το Ένα παραμένει το Δύο της καταγωγής του και αντίστροφα, αφού για ν’ αποδοθούν προϋποτίθενται το ένα του άλλου-ποιο είναι το“ άλλο”;- σ’ ένα διπλό αδιέξοδο, σε μια αμοιβαία έξοδο. Αυτά ήθελα να πω και μπορεί και να ‘χω άδικο. Λυπάμαι που βρίσκεσαι εκεί και δεν μπορούμε να ‘χουμε μια πιο ζωντανή συζήτηση. Αλλά, επ–εκεί-ναι που μου υπαγορεύεις αυτές τις σκέψεις, το Κάτι που λέω για το Τίποτα. Από το Επέκεινα.

Το Επέκεινα του Μεγάλου Τρόμου
Το Επέκεινα της Μεγάλης Ηδονής
Το Επέκεινα που υπαγορεύει τον εαυτό του στη διάσταση του Συμβολικού
Το Συμβολικό ως ενσαρκωμένο Επέκεινα, ο Λόγος ως ενσαρκωμένο Συμβολικό
Επέκεινα και Συμβολικό - Συμβολικό και Επέκεινα: η καρκινική γραφή του είναι
Το Επέκεινα που ως το αδύνατον αποβαίνει η προϋπόθεση του δυνατού
Τόσο δίπλα, σαν τον πόλεμο στο Ιράκ, τόσο αλλού, σαν τον πόλεμο στο Ιράκ
Ας ακούσουμε την προτροπή προς το Επέκεινα του θείου Μαρκήσιου:
«Πολίτες, ακόμα μια προσπάθεια για επανάσταση»


*Η επιστολογραφία, ως λογοτεχνικό είδος, αναπτύχθηκε παραμονές της Επανάστασης στη Γαλλία.

 

 

Διαβάστε περισσότερα...

Αντί Προλόγου
Ευχαριστήρια Επιστολή προς τον Αξιότιμο Κύριο Κανίβαλο

του Φώτη Καγγελάρη

 

 

Αξιότιμε Κύριε Κανίβαλε
Από τον Κρόνο που τρώει τα παιδιά του και την αφήγηση του Γκόγια, ως τις μέρες μας που οι άνθρωποι τρώνε ακόμα άλλους ανθρώπους αλλά και τους εαυτούς τους, που οι πόλεις τρώνε τους κατοίκους τους και οι κάτοικοι τρώνε το περιβάλλον, η εξέλιξη της Ανθρωπότητας, κοινωνικά, ιστορικά, ανθρωπολογικά διαπερνάται, θα έλεγα δομείται από την ευγενή δραστηριότητα που αποδίδουν δήθεν αποκλειστικά σε σας, Κύριε Κανίβαλε, την Θεοφαγία και την Ανθρωποφαγία. Δραστηριότητα που ίσχυσε όχι μόνο σε μακρινούς πολιτισμούς της Κεντρικής Αμερικής και της Μεσογείου: ‘και έδονται τας σάρκας του πλησίον και εν τη πολιορκία, (Ιερεμίας ιθ΄,α)’, μα και σε σύγχρονους πολιτισμούς όπως στη Βόρνεο, στη Νέα Γουϊνέα και στην Αφρική.
Δραστηριότητες που ισχύουν ως τις μέρες μας σ’ ένα συμβολικό επίπεδο μέσω της μεταφοράς και της μετωνυμίας: οικογένειες, ζευγάρια, γείτονες, πόλεις, κράτη τρώγονται μεταξύ τους για να μπορέσουν να επιβιώσουν. Επικαλούνται συνθήκες επιβίωσης, ψυχικής, οικονομικής ή άλλης για την νομιμοποίηση του φαγώματος, όπως οι επιβιώσαντες από την πτώση του αεροπλάνου στις Άνδεις. Οι Ποταμιάνου και Καραπάνου αναλύουν 341 ρήσεις που καταγράφουν μεταξύ άλλων, την σημασία του ρήματος τρώγω ως κτήση και που αποτελούν το 'ένα πέμπτο του συνόλου των φράσεων που καλύπτουν τις κύριες έννοιες που παίρνει το ρήμα τρώγω στις πολύμορφες μεταφορικές του χρήσεις στο λήμμα του Λεξικού της Ακαδημίας Αθηνών'. Ας μην μιλήσουμε για την σεξουαλική σημασία του τρώγω.
Δραστηριότητα που ίσχυε πάντα και ισχύει τόσο που να συγκροτεί την θεμελιακή διάσταση της ύπαρξης του ανθρώπου όπως το είδε ο Χέγκελ στην «Φαινομενολογία του Πνεύματος». Μα και ο Νίτσε, όταν κραυγάζει ότι ο Θεός πέθανε, εννοεί ότι ο άνθρωπος τον αντικαθιστά έχοντας ενσωματώσει – καταβροχθίσει τον σκοτωμένο Θεό. Η εμφάνιση ενός Θεού στον κόσμο είναι η πρώτη φάση του, της μη - καταβρόχθισης. Ένας Θεός υπάρχει για να καταβροχθιστεί.
Είναι αυτή τούτη η συμβολική διάσταση που στοιχειώνει και υφαίνει τις θρησκευτικές παραδόσεις, την Μυθολογία, τις ημερομηνίες, τον κοινωνικό ιστό, την σεξουαλικότητα, τις ίδιες τις ανθρώπινες σχέσεις, από το ‘πάμε να φάμε’ ως τον Μυστικό Δείπνο, από τα Θυέστεια γεύματα ως το Δείπνο της Μπαμπέ, από τις Μαινάδες ως το φιλί του Μπρεσσόν και από το ‘σμακ’ του Ντόναλντ Ντακ ως τους θρύλους με τους βρυκόλακες και τον θρυλικό «Κανίβαλο» των Τζαρά και Πικαμπιά.
Επί τη ευκαιρία, πρέπει να σας πω, Κύριε Κανίβαλε, ότι εκτός από την συμβολική διάσταση ισχύει ακόμα στις μέρες μας ότι ίσχυε και στις δικές σας. Κάπως σπάνια βέβαια, ακούμε ωστόσο για ανθρωποφαγίες, για γνωριμίες μέσω internet που καταλήγουν στον καταψύκτη, για εθνότητες της Ανατολικής Ασίας που έτρωγαν ωμό το συκώτι του εχθρού κ.ά.
Ας μην ξεχνάμε ότι εκτός από την Ανθρωπολογική – Ιστορική διάσταση της Ανθρωποφαγίας στην έναρξη της ανθρωπότητας, η ίδια η έναρξη του ανθρώπου ως όντος ξεκινά με ανάλογες δραστηριότητες, και εννοώ το κανιβαλικό στάδιο της Μ. Κλάϊν όσον αφορά τον μαστό και το σώμα της μητέρας και βέβαια το στοματικό του Φρόϋντ ως πρωταρχική βαθμίδα εξέλιξης της ψυχικής ζωής του ανθρώπου.
Φαίνεται, παρ’ ότι πιστεύουμε το αντίθετο, ότι δεν ξεπερνιέται η έλξη του να τρώμε τον άλλον, το σώμα του, την εικόνα του, με τις λέξεις, με τα μάτια, με πηρούνι. Εύκολα αντιστρέφουμε τον τίτλο του Κ.Λ. Στρως και περνάμε από το «Μαγειρεμένο στο Ωμό». Η λαιμαργία παραμένει και σήμερα ένα από τα επτά αμαρτήματα, στην κυριολεξία θανάσιμο. «Πες μου τι τρως να σου πω ποιος είσαι», έλεγε ο διάσημος γαστρονόμος Σαβαρέν συναντώντας έτσι τον Μπαρτ και την σημειολογία της κουζίνας. Αλλά ίσως, ισχύει και το αντίθετο: «Πες μου τι δεν τρως…», δηλαδή ποιά διατροφικά ταμπού δομούν την έννοια της Επιθυμίας ως Απαγορευμένου και κατά συνέπεια τον ιστό του Συμβολικού Πεδίου κατά την συγκρότηση της κοινωνικής ομάδας. Φαίνεται ότι βαθιά στην ψυχή του ανθρώπου η νοστιμιά σχετίζεται με την ανάμνηση: νόστος (νέομαι=επιστρέφω), νοσταλγία – νόστιμος. Το σώμα του άλλου; Το σώμα της μητέρας; Την χαμένη Εδέμ; Ας θυμηθούμε ότι ένας κόσμος υπάρχει, ο Παράδεισος, στη βάση μιας απαγόρευσης, ενός ταμπού, θα έλεγε ένας Πολυνήσιος. Ένας άλλος κόσμος αναδύεται, με την καταπάτηση αυτής της απαγόρευσης. Και αυτή η απαγόρευση είναι διατροφική. Το «άλας της γης» ως επιπρόσθετη γεύση, υπενθυμίζει απλά την απώλεια.
Στη λέξη Θεοφαγία που χρησιμοποίησε ο Κοτ στην περίφημη μελέτη του, υπάρχουν τρεις προφανείς εκδοχές: το φάγωμα Θεού από τον Θεό, το φάγωμα του Θεού από τον άνθρωπο, το φάγωμα του ανθρώπου από τον Θεό. Υπάρχει, όμως και μια τέταρτη διάσταση. Ο άνθρωπος ως θεός που τρώει τον εαυτό του ως θεό. Ο άνθρωπος που τρέφεται με τον ναρκισσισμό του, αλλά έναν ναρκισσισμό που τρέφεται με το Τίποτα.
Ο άνθρωπος σήμερα τρώει εικόνες, τις επιθυμίες των άλλων, καταναλώνει διαρκώς το Τίποτα. Έτσι που είναι πάντα νηστικός και πεινασμένος και ταυτόχρονα με δυσφορία και βαρυστομαχιά. Υπέρβαρος εξωτερικά, απισχνασμένος εσωτερικά, τρώει ατελείωτα τον ίδιο του τον εαυτό στο ανθρωποφαγικό τραπέζι της κατανάλωσης. Διαρκώς μελαγχολικός και δύσθυμος με ότι εισέρχεται μέσα του, αδυνατώντας να αδυνατίσει από το βάρος των ξένων επιθυμιών. Αδυνατώντας να πενθήσει επειδή αγνοεί και πενθώντας διαρκώς επειδή καταλαβαίνει. Ότι είναι ήδη φαγωμένος στο τραπέζι των ξένων επιθυμιών. Η δική του επιθυμία παραμένει το αγνοούμενο νέκταρ μιας ξένης χώρας που είναι ο εαυτός του.
Κύριε Κανίβαλε, θέλω θερμά να σας ευχαριστήσω που δώσατε στην ανθρωπότητα την δυνατότητα να υπάρξει, να εξελιχθεί, να φτάσει ως τις μέρες μας, μέσω βέβαια της «Συμβολικής διάστασης του φαγητού στις ανθρώπινες σχέσεις». Διάσταση και δυνατότητα που προσφέρατε εσείς μέσω της υπέρβασης που έκανε ο διάδοχός σας. Κατά κάποιο τρόπο είστε ο σωτήρας και ο κινητήριος μοχλός της εξέλιξης της ανθρωπότητας γιατί έπρεπε να υπάρξετε για να επιτευχθεί η υπέρβασή σας στο Συμβολικό Πεδίο.
Κύριε Κανίβαλε, ξέχασα να σας πω ότι γράφοντάς σας αυτή την επιστολή, άκουγα το «Monsieur Cannibale» της δεκαετίας του ’60. Τώρα σας καλώ να τραγουδήσουμε μαζί, με ένταση: «να δούμε ποιος – ποιος – ποιος θα φαγωθεί, οε – οεε, οε – οε,…»

 

 

Διαβάστε περισσότερα...

Κείμενο - Το Ταξίδι

0 σχόλια

Φώτης Καγγελάρης

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΩΣ ΑΙΝΙΓΜΑ

    

Όσο περισσότερο ταξιδεύω τόσο λιγότερο καταλαβαίνω το γιατί, τόσο λιγότερο μπορώ να μιλώ για το ταξίδι. Όταν ήμουν πιο νέος νόμιζα πως ήξερα: να γνωρίσω νέους τόπους, ανθρώπους, να έχω μια σφαιρική θεώρηση του κόσμου κλπ. Τότε ακόμη μου ήταν πιο εύκολο να μιλώ για ένα ταξίδι και στην κλασσική ερώτηση των αταξίδευτων: «πώς ήταν; πώς πέρασες;» δεν απέφευγα να γίνομαι βαρετός με τις ταξιδιωτικές μου αφηγήσεις, όπως θα’ λεγε ο Μ. Ντεμπυρό.
    Θα προσπαθήσω όμως ν΄ απαντήσω στο αίνιγμα « τι είναι το ταξίδι» κι έτσι να εξηγήσω κι αυτά που είπα μόλις τώρα για το ακατανόητο και άλεκτο του ταξιδιού.
    Χρησιμοποίησα κατ΄ αρχήν σαν «guide» σ΄ αυτό το ταξίδι της σκέψης, την σχέση ταξιδιού- φωτογραφίας.
    Το προστακτικό σύνθημα της δεκαετίας του ’80, “Be a traveller not a tourist”, όταν ο μαζικός τουρισμός έγινε παγκόσμιο φαινόμενο, αποδίδει σαφώς τα όρια ταξιδιώτη- τουρίστα και κατά συνέπεια το είδος της φωτογραφίας που θα τραβήξει καθένας στη διάρκεια του ταξιδιού του. Ας αφήσουμε τον τουρίστα να τραβά τις δικές του εξωτικές  φωτογραφίες κι ας ασχοληθούμε με τον ταξιδιώτη.
    Ξεκινώ έχοντας στις αποσκευές μου μερικά ερωτηματικά: Τι είναι ένα ταξίδι; Γιατί ταξιδεύει κάποιος; Μη βιαστούμε να πούμε για να γνωρίσει καινούργια μέρη και ανθρώπους. Σίγουρα και γι΄ αυτό, το πρόσχημα, αλλά όχι μόνο. Γιατί αν ήταν μόνο έτσι θα αποκλείαμε την συμβολική, φαντασιακή, υπαρξιακή διάσταση του ταξιδιού.
    Μερικές πρώτες σκέψεις, ατάκτως ερριμένες τούτη τη στιγμή πάνω στο χαρτί που όμως με βασανίζουν καιρό:
    Ταξιδεύουμε για την ευχαρίστηση της φυγής.
    Ταξιδεύουμε για την ευχαρίστηση της επιστροφής
    Ταξιδεύουμε για να θεραπευτούμε
    Ταξιδεύουμε σαν πρόβα τζενεράλε για το μεγάλο one way ticket ταξίδι
    Ταξιδεύουμε για την επικοινωνία κι επαφή με τον άλλο της ετερότητας.
    Ταξιδεύουμε για να γνωρίσουμε – αναμετρήσουμε τον εαυτό μας, την ταυτότητά μας εν σχέσει με την ταυτότητα – ετερότητα του άλλου.
    Ταξιδεύουμε για την αφύπνιση μέσα μας του ωραίου, του καταστροφικού, του βίαιου, του αιώνιου και του ταπεινού, που θα αφυπνιστούν στην επαφή μας με το έξω.
    Ταξιδεύουμε για να χτυπηθούμε με τον εαυτό μας, με τις αντοχές μας και τον δρόμο, για να βρεθούμε στην καρδιά του σκότους, του Κονραντικού σκότους του εαυτού μας: «Τι γυρεύω εδώ; Σε ποιό δρόμο βρέθηκα; Πού πάω; (ποιος είμαι;) Τι με περιμένει; Το τέλος…».
    Ταξιδεύουμε για την συνάντηση με το Απόλυτο, το γήϊνο απόλυτο (αποκλειομένου του απόλυτου του θανάτου, παρ΄ότι φλερτάρουμε μαζί του….)
Θυμάμαι εδώ,   τον Κ.Λ. Στρώς στους «Θλιβερούς Τροπικούς»: «Κανένα ταξίδι δεν έχει νόημα αν δεν είναι ταυτόχρονα ένα εσωτερικό ταξίδι στον εαυτό μας»  (στο ποτάμια της  ψυχής μας, στις οροσειρές της σκέψης μας…). Κι όπως το τονίζει ο Σαραμάγκου: «Κανένα ταξίδι δεν περιορίζεται στον εαυτό του. Εμπεριέχει πλήθος άλλων ταξιδιών».
    Και η φωτογραφία  που είπα στην αρχή, τι μπορεί να μας πει για το ταξίδι; Ουσιαστικά τίποτα. Έχει όμως σημασία το που μπορεί να οδηγήσει την σκέψη μας η ανάλυση της επιθυμίας της.
    Η  φωτογραφία απ΄την ίδια της την φύση, δεν μπορεί να αποδώσει καμία πραγματικότητα, πόσο μάλλον την πολυσύνθετη δραματική πραγματικότητα, εσωτερική και εξωτερική του ταξιδιού. Η φωτογραφία ως εικόνα μπορεί να προσφέρει μόνο την πραγματικότητα του εαυτού της παρ΄ότι έχει κάνει  χρήση της περιρρέουσας πραγματικότητας για να υπάρξει.
    Οφείλουμε λοιπόν να δούμε την ταξιδιωτική φωτογραφία όχι ως το μέσο να πάρουμε λίγη από κείνη την πραγματικότητα μαζί μας, αφού καμιά φωτογραφία δεν μπορεί να αποδώσει την μαγεία εκείνη, της πραγματικότητας εκείνης, του συναισθήματος εκείνου, εκείνης της σκέψης. Αλλά σαν ένα «φυλαχτό» φτιαγμένο από το υλικό εκείνου του άλλου κόσμου που γνωρίσαμε στο ταξίδι, όπου δυνάμεις θεϊκές, δαιμονικές, ανθρώπινες συνενώθηκαν για το πέρασμα του ωκεανού, την διάσχιση της ερήμου, το πέρασμα των πάγων, την διάσχιση της ζούγκλας, των πόλεων, των ανθρώπων, του εαυτού μας.
    Ένα φυλαχτό λοιπόν, που μιλά για μας, για την μοναδική εμπειρία που προσφέρει η καταβύθιση στη δίνη του ταξιδιού.
    Ταυτόχρονα όμως η ταξιδιωτική φωτογραφία δεν είναι μόνον ένας τρόπος να πάρουμε κάτι από κείνο τον τόπο. Είναι επίσης ένας τρόπος να  αφήσουμε κάτι. Ν΄αφήσουμε το βλέμμα μας εκείνη την στιγμή του κλικ και μέσω του βλέμματός μας όλου του εαυτού που βρισκόταν εκεί. Αφήνουμε λοιπόν κάτι από εμάς, κάτι που θα υπάρχει κι όταν θα΄χουμε φύγει. Αυτός ο τόπος θα΄χει πια τα βήματά μας, το βλέμμα μας, το σώμα μας, τον εαυτό μας, ακόμα κι όταν θα΄χουμε φύγει, ακόμα κι όταν το ταξίδι μας, το ταξίδι της ζωής μας θα΄ χει τελειώσει.
    Μήπως η ταξιδιωτική φωτογραφία, τελικά, ως στιγμιαία πραγματικότητα που θα παραμείνει  για πάντα αναλλοίωτη και ταυτόχρονα ως άφημα ίχνους του εαυτού μας σ΄αυτήν την αναλλοίωτη πραγματικότητα, μήπως, λέω μήπως, η ταξιδιωτική φωτογραφία είναι ένας τρόπος να μην πεθάνουμε;
    Να μην πεθάνουμε, αφού θα βρεθούμε «Αλλού». Αυτό το «Αλλού» της Ετερότητας γίνεται η διαρκής υπόσχεση του ταξιδιού για την συνέχειά του και ταυτόχρονα η διάψευσή του αφού, αυτό το «Αλλού» εν τέλει, είναι εξίσου γήϊνο με το «Εδώ».
    Ίσως τελικά το «Αλλού» να μην υπάρχει, αφού τα πάντα για να είναι προσβάσιμα, για να διανοίγονται δρόμοι, κινούνται στη διάσταση του Συμβολικού, με την Λακανική τοπική.
    Ίσως να μην υπάρχει το «Πέραν των Συνόρων» αφού αυτό δεν μπορεί να είναι άλλο από την τρέλα ή τον θάνατο, ως απόλυτη Ετερότητα.
    Όμως, αν δεν υπάρχει το «Πέραν  των Συνόρων», το «Αλλού», υπάρχει η δραπέτευση  προς αυτό, το να χαθούμε, δηλαδή ν΄ αλλάξουμε ταυτότητα και ρόλο, να γίνουμε ο Άλλος  της Ετερότητας του ίδιου μας του εαυτού. Ας θυμηθούμε ως απόλυτο παράδειγμα  την Μαρίζ Σουασί, που την δεκαετία του ’20, άλλαξε φύλο για να μπορέσει να ταξιδέψει στο Αγ. Όρος. Ή σαν σχετικό παράδειγμα, το πώς ντύνονται οι άνθρωποι στις διακοπές τους.
    Να χαθούμε. Για να συναντήσουμε τον πραγματικό μας εαυτό. Το ταξίδι έτσι, δεν γίνεται προς το «Αλλού», γίνεται το πέρασμα όπου χανόμαστε για να επανευρεθούμε στο «Αλλού», την Ετερότητα του εαυτού μας. Να χαθούμε όπως η δοκιμασία των πρωτόγονων φυλών, που χάνονταν για να μεγαλώσουν, να μεγαλώσουμε την βεβαιότητα και την ανασφάλεια του τοπίου, του εσωτερικού τοπίου.
    «Δραπετεύω σημαίνει», λέει ο Υρμπέν, «γίνομαι αόρατος». Ταξιδεύω όχι τόσο για να βλέπω (και να με βλέπουν) αλλά για να γίνομαι αόρατος. Σαν τρόπο του να μην με βλέπω, άρα να μην με βλέπουν, σαν τρόπο καταστρατήγησης  της καθημερινότητας με την προσδοκία της ανακάλυψης του «Αλλού», που τελικά, ως πεπερασμένο επειδή ασύλληπτο – «Γνωρίζω καλά από τι δραπετεύω, όχι όμως και τι αναζητώ», έλεγε ο Μονταίν – δεν είναι άλλο από την αίσθηση ότι ξεκινάω γι΄ «αλλού» χωρίς  να πάω πουθενά.
    Να τι είναι η μέθη του ταξιδιού, το ξελόγιασμα, η σαγήνη, η μαγεία, που όσοι το΄νοιωσαν δύσκολα μπορούν ν΄αντισταθούν στην επανάληψη της αναζήτησης του: Οι άπειρες δυνατότητες, δήθεν εκτός ορίων να είσαι αυτός που θέλεις (ή ν΄ απογοητευτείς οικτρά απ΄ αυτό). Η περιπλάνηση που γίνεται αποπλάνηση – ξέρετε ότι στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο  ζωής και επανόδου των τριών αστροναυτών από την Σελήνη, υπήρχε όρος αποζημίωσης για την περίπτωση που δεν ήθελαν να επιστρέψουν; Θυμηθείτε την Κίρκη, τον Γκωγκέν, τον ήρωα  τον Κόνραντ, τα νησιά απ΄ όπου δεν γύρισε η ψυχή του Ουράνη-. Τόσο μακρυά, όλα είναι δυνατά. Ακόμα και να είσαι αυτός που ήθελες πάντα και φοβόσουν ότι μπορεί να είσαι.
    Υπάρχει ένας φόβος και μια γοητεία όταν ξεκινά κανείς να ταξιδέψει. Πάει για να βρει, να συναντήσει έναν εαυτό, έτσι όπως δεν μπορεί να τον έχει στο «εδώ». Ένας φόβος, μήπως τελικά δεν επιστρέψει  ή επιστρέψει αμετάκλητα κι ανεπιθύμητα Άλλος απ΄αυτό που ήταν πριν ταξιδέψει. Κατά βάθος το ταξίδι υπακούει στην λογική του ύπνου: δεν κοιμάται κάποιος αν δεν είναι σίγουρος ότι θα ξυπνήσει, ότι δεν θα μεταμορφωθεί στη διάρκεια του ύπνου του, ότι δεν θα φοβηθεί στα όνειρά του. Μα και ταυτόχρονα  μια γοητεία, η αποπλάνηση που λέγαμε, να ονειρευτεί, μια γοητεία από τον ίδιο τον φόβο αφού αυτός ο φόβος υπόσχεται με το πέρασμα των συνόρων μιας χώρας, το πέρασμα των συνόρων για το «Αλλού».
    Όπως λέει ο Α. ντε Μποτόν για τον πίνακα αναχωρήσεων στα αεροδρόμια, με την απλώς άρτια κατασκευή και την λιτή γραμματοσειρά αφήνουν έκθετη την φαντασιακή σαγήνη και την συναισθηματική φόρτιση που προκαλούν. Το κάλεσμα, με την αλλαγή μιας αράδας υπονοεί σαφέστατα με πόση ευκολία θα μπορούσε ν΄ αλλάξει η ζωή μας. Μαγικά, παιδικά θα λέγαμε αφού ένα αναβόσβημα  σημαίνει Αλλού.
    Ο Α. Αρούχ, σ΄ένα εξαιρετικό του κείμενο, όπου στην κυριολεξία συναντά τον ορισμό του Υρμπέν για το ταξίδι ως «ανθρωπολογική συγκρότηση του φαντασιακού», λέει επί λέξει: « Κανένας τουριστικός προορισμός δεν υπάρχει. Όλα είναι στην φαντασία. Ψάχνω το ταξίδι στα Κύθηρα που δεν θα γίνει ποτέ. Τα ταξίδια είναι περισσότερο στο νού μας παρά έξω απ΄αυτόν. Στην πράξη όταν ταξιδεύουμε  ποτέ δεν φεύγουμε. Μένουμε σπίτι – του νου, ταξιδεύοντας σε ξένους τόπους». Ας θυμηθούμε στο σημείο αυτό τον Καρλ Μάϋ, συγγραφέα διάσημο στην Γερμανία ανάλογο με τον Ιούλιο Βέρν στην Γαλλία, ο οποίος έγραψε εξαιρετικά ταξιδιωτικά βιβλία χωρίς να έχει ταξιδέψει ποτέ και μάλιστα  δημοσίευσε φωτογραφίες που δεν τραβήχτηκαν ποτέ.
    Σαν δηλαδή το «Αλλού» να μην υπάρχει. Το «Αλλού» να είναι μόνον μια φαντασιωτική διαδικασία, μια δίνη χωρίς κίνηση. Ίδιου τύπου, λέει ο Ρ. Ρολάν, για τους εξερευνητές, με την πηγή της θρησκευτικής εμπειρίας: ένα συναίσθημα απεριόριστο, που σε πάει ψηλά και παντού ενώ είσαι καθηλωμένος στο τόπο της προσευχής. Όχι τυχαία ο Φρόϋντ, χρησιμοποιούσε  γεωγραφικούς όρους για την θρησκευτική πίστη ως «ωκεάνειο συναίσθημα».
    «Σπίτι καταλήγει να είναι ο κόσμος» λέει ο Παμούκ.
    «Ναι αλλά είναι θλιβερό να μένεις για πάντα σπίτι» συμπληρώνει ο Ρούσντι, σε κείνη την περίφημη συνάντησή τους.
    Αλλά πού να φύγεις να πας όταν όλος ο κόσμος είναι οικείος, «οικεία» έστω με εξωτικά δωμάτια;
    Ίσως αυτό να κάνει τον Πασκάλ να λέει ότι η δυστυχία πηγάζει από το ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να κάτσει ήσυχος στο δωμάτιο του.
    Ήταν άραγε πιο ευτυχής ο Ξαβιέ ντε Μαίστρ που ταξίδεψε μόνο στο δωμάτιο του, από τον Λίβιξτον;
    Ήταν πιο ευτυχής ο Μακρής που συνεχίζει να διεκδικεί την επιθυμία του  να πάει στο Παρίσι ακυρώνοντας το ταξίδι του όταν φτάνει στα προάστια του Παρισιού;
    Ήταν  πιο ευτυχής ο Ουράνης που δεν επέστρεψε  ποτέ η ψυχή του από κείνα τα νησιά « που πόδι ανθρώπου δεν τα έχει πατήσει»  - γιατί αν τα είχε πατήσει, τι είδους «αλλού» θα ήταν; - ο Γκωγκέν και ο Ρεμπώ από τον έγκλειστο Αρτώ;
    Στην κινηματογραφική εκδοχή των «Ταξιδιών του Γκιούλιβερ» έργο που θα μπορούσε να θεωρηθεί – ίσως μαζί με τον Σεβάχ και τον Μυνχάουζεν, βλέπετε μόνο στα παραμύθια υπάρχει η απόλυτη – σχετική Ετερότητα- ως η επιτομή του «Αλλού», της Ετερότητας, του Ταξιδιού, ο συγγραφέας βάζει τον ήρωά του στο τέλος να απολογείται με όρους ψυχιατρικής για την ταξιδιωτική του εμπειρία. Να απολογείται!...
    Μήπως όντως το ταξίδι είναι εκτός λογικής και άρα ανάλυσης; Μήπως κατά βάθος είναι μια μυστικιστική  Χάϊντεριανή εμπειρία που οι λέξεις από ένα σημείο και μετά μένουν χωρίς διαβατήριο; Μήπως είναι η προσδοκία του Λακανικού Μεγάλου Άλλου χωρίς την μπάρα στο Α; Μήπως το ταξίδι  είναι η νοσταλγία για μια χώρα που χάθηκε για πάντα;
    Κλείνω αυτές τις   σκέψεις παραφράζοντας τον Μπέκετ για την τέχνη: «Δεν υπάρχει λόγος που κάνουμε τέχνη –  κάνουμε τέχνη γιατί δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς». Και για το ταξίδι θα μπορούσε να ισχύει το ίδιο: ταξιδεύουμε γιατί δεν γίνεται αλλιώς.

 

 

Διαβάστε περισσότερα...

Φώτης Καγγελάρης

‘TO – ΕΙΝΑΙ – ΠΡΟΣ – ΤΡΕΛΑ’
(το ‘και’, το ‘ούτε’ και το ‘ ή ’
το  ερώτημα του ναρκισσισμού)

“Και πώς να βγεις έξω
όταν  δεν έχεις μέσα σου
όσο παραλήρημα χρειάζεται.
Ή θα πρέπει να λες ψέματα
ή να πεθάνεις…”
Π. Ελυάρ

 

    Η προσέγγιση του θέματος ‘θάνατος’ από διαφορετικές τοποθετήσεις- ‘Η θρησκεία και ο θάνατος’, ‘Η τέχνη και ο θάνατος’. ‘ Η φιλοσοφία και ο θάνατος’ κλπ- μας καταδεικνύει εμμέσως πλην σαφώς ότι, όσο κι αν ακούγεται παράξενο, ο θάνατος δεν είναι ένα φυσικό φαινόμενο. Το ίδιο το γεγονός της ποικιλότροπης προσέγγισης του το αναδεικνύει ως γεγονός σημασίας, ως γεγονός νοήματος, άρα, ως φαινόμενο ερμηνείας.
    Πεθαίνουμε μόνοι μας. Καθένας ζει τον δικό του θάνατο. Ήδη από τότε που τα παιδιά επιτρέπονταν να βρίσκονται στο δωμάτιο του θνήσκοντος μαζί με όλους τους άλλους, ιερείς, επισκέπτες, υπηρέτες κλπ – ως συνιστώσες σημασίας, άραγε; - ο Πασκάλ φώναζε: “πεθαίνουμε μόνοι!....” Eίναι αυτό το ‘μόνοι’ που καταδεικνύει το προσωπικό γεγονός της ερμηνείας του καθενός για τον θάνατο, από την άρνησή του ως την αφιέρωση σ’ αυτόν όλου του γεγονότος της ζωής: θρησκευτικά, πολιτισμικά, ψυχαναγκαστικά…
    Το ψυχικό σύστημα εν μέρει αγνοεί τον θάνατο. Στο ασυνείδητο δεν υπάρχει εγγραφή θανάτου. Ο  θάνατος αφορά το ‘εγώ’, είναι ο θάνατος του ‘εγώ’ ο θάνατος μας, αφορά την ναρκισσιστική του διάσταση ως αιωνίως παρόντος, παντοδύναμου, ελεγκτού. Ενός θεού που, ενίοτε αντιμετωπίζει το θνήσκειν στα χέρια ενός άλλου θεού, με τις ίδιες ιδιότητες μ΄ αυτόν.
    Αυτό το ‘εγώ’, το διαμορφωμένο και συγκροτημένο απ΄ όλες, κυρίως τις πρώϊμες, συνιστώσες βιωμάτων, φαντασιώσεων, επιθυμιών, ματαιώσεων, την χρήση των λέξεων, όχι μόνον θα βιώσει τον θάνατο τελείως προσωπικά σε επίπεδο ατόμου, αλλά επίσης σε επίπεδο κουλτούρας. Ο θάνατος, λοιπόν, ως φαινόμενο ερμηνείας μας παραδίδεται επίσης από την θρησκεία, την μαγεία, τον πόλεμο, το έγκλημα πάθους, την αυτοκτονία, το στρατόπεδο συγκέντρωσης  “τόπο όπου η τέχνη σταματά” λέει ο  Αντόρνο. Δηλαδή, ο άνθρωπος μένει άφωνος, δίχως λέξεις μπρος στην έκπληξη της αποκάλυψης ενός βιολογικού θανάτου, που τρόπο να μιλήσει γι΄ αυτό, δεν έχει.
    Ο θάνατος είναι αμίλητος. Αν αναρωτηθούμε “τι είναι θάνατος;”  θα βρεθούμε σε αμηχανία εάν δεν καταφύγουμε σε μεταφορές. Αυτό, το τόσο άμεσο γεγονός της ζωής καταδεικνύει ακριβώς την έλλειψη λέξεων. Και πράγματι, ενώ η λέξη ‘θάνατος’ τείνει να προσδιορίσει αυτό που δεν είναι ζωή, εν τούτοις αδυνατεί, επειδή ο θάνατος ως η απόλυτη ετερότητα, δεν μπορεί να σηματοδοτηθεί από το συμβολικό, δηλαδή από το δίκτυο των σημαινόντων, άρα των λέξεων.
    Όλη η γλώσσα αναφέρεται  στη ζωή – αλλά και όλη η ζωή στη γλώσσα – φτιάχτηκε για την ζωή, είναι η ζωή. Υπάρχει εκ των πραγμάτων αδυναμία της γλώσσας να μιλήσει για τον θάνατο. Δεν της ανήκει.
    Θα μας επιτρεπόταν ν΄αναρωτηθούμε, αν ο θάνατος είναι θέμα γλώσσας; Ο θάνατος είναι ένδεια λέξεων. Αδειάζουμε από λέξεις. Ανάλογα, όπως με το αυτισμό, την κατάθλιψη, την αυτοκτονία. Κι αν η ζωή είναι μια ασθένεια με άσχημη  πρόγνωση, τότε θα ονομάζαμε τις επιπλοκές θανάτου: αφωνία.  Πεθαίνουμε από αφωνία.
    Ας θυμηθούμε πώς ο θεός φτιάχνει τον κόσμο: μιλώντας. Η ζωή είναι λέξεις. Ο ίδιος ο Θεός είναι ανύπαρκτος εάν δεν είναι λόγος. Η ίδια του η παρουσία και ύπαρξη είναι λέξεις και στην Παλαιά: “ εγώ ειμί ο ων”  και στην Καινή Διαθήκη: “την αρχήν ότι, και λαλώ υμίν”. Η πραγματικότητα δεν μπορεί να είναι άλλο από την πρόσβαση στην συμβολική τάξη, από την δραπέτευση εκ του άρρητου.
    Ο θάνατος είναι ο θάνατος του συμβολικού, ο θάνατος των λέξεων.
    Η ίδια η διατύπωση του θανάτου ως άλλη μορφή ζωής, προκύπτει από την αδυναμία πρόσληψης του ‘είναι’ ως ‘μη- είναι’, άρα προκύπτει από την έλλειψη σημείων. Δηλαδή, ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται τον θάνατο βάσει του πεπερασμένου λεξικού της ζωής, δια του οποίου πασχίζει ν΄αναδείξει την ετερότητα. “  Ο κόσμος μας σταματά εκεί που σταματούν οι λέξεις μας” έλεγε ο Βιτγκενστάϊν. Ότι  και να πει ο άνθρωπος περί θανάτου, είναι καταδικασμένο σε ταυτολογία, ακόμα κι αν καταφύγει στη σιωπή ως μεταφορά του άλεκτου, όπως συμβαίνει στην μοναστική ζωή. Η περιγραφή του κάτω κόσμου π.χ. ή του κόσμου  του παραδείσου και της κόλασης σε υστερότερες θρησκείες, είναι ότι και ο κόσμος των ζώντων συν ένα σύνδεσμο συμπλεκτικό του τύπου, ‘αλλά’, ‘όμως’ ή μιας πρόθεσης του τύπου ‘δεν’. Το εκθαμβωτικό σχόλιο του Χάϊντεγγερ για το ‘λέξαιτο’  που βάζει ο Όμηρος στο στόμα του Οδυσσέα, όταν έχει κατέβει στον Άδη και μιλά στους νεκρούς, αναδεικνύει περίτρανα ότι, εκτός της σημασίας που αναδεικνύει το σχόλιο του Χάϊντεγγερ  στο ‘λέγω’ ως ‘συλλέγω’, είναι επίσης η μοναδική δυνατότητα του Οδυσσέα να τους ‘λέξαιτο’, δηλαδή να τους καταστήσει υπαρκτούς και ακροατές του, ως οντότητες λέξεων. Η ίδια η εκπομπή του ‘λέξαιτο’ καθιστά αυτόματα τους νεκρούς υπαρκτούς  στην τάξη των σημείων, άρα συνδιαλεγόμενους. Έτσι, ο κάτω κόσμος καταλήγει να ‘είναι’ ότι ‘δεν – είναι’ ο άνω, επειδή ακριβώς ισχύει απόλυτα ο ορισμός της ετερότητας του θανάτου, έτσι όπως μας την παραδίδει ο Επίκουρος με την περίφημη επιστολή του στο Μενοικέα:  “μηθέν προς ημάς είναι τον θάνατον… επειδήπερ όταν μεν ημείς ώμεν, ο θάνατος ου πάρεστιν . όταν δ΄ τοθ΄ημείς ουκ εσμέν”.
    Yπάρχει, λοιπόν μια κυριαρχία του ‘δεν’, του ‘αλλά’ του ‘όμως’, ως δυνατότητα απόδοσης της ετερότητας, της πιο απόλυτης, που την καθιστά έτσι σχετική, και άρα εξανθρωπισμένη. Το διαζευκτικό ‘ή’ απουσιάζει παντελώς, επειδή ακριβώς, το νόημα του ωχριά και αχρηστεύεται στην προσπάθεια του για την ανάδειξη της ετερότητας. Στο κάτω- κάτω λέξη είναι κι αυτό.
    Κοίταζα την νεκρώσιμη πομπή του αρχ/που Χριστόδουλου κι αναρωτιόμουν:  “Είναι αυτός; Είναι αυτός αλλά και δεν είναι αφού δεν – είναι – ζων. Άρα, μπορεί να είναι ή δεν μπορεί να είναι αυτός; Είναι αυτός ή Άλλος;”. Το διαζευκτικό στην απάντηση θα εξαλειφθεί: ο νεκρός ‘είναι – και – δεν- είναι’. Η ετερότητα εξανθρωπίζεται. Το ‘οr’ στην γνωστή φράση του Άμλετ, μόνον ως ερώτημα μπορεί να σταθεί. Η απάντηση θα καθοριστεί από τους συμπλεκτικούς και τις προθέσεις. Επιδέξια θα καταφύγει στη μεταφορά για την υπέρβαση του διαζευκτικού: “θάνατος – ύπνος και τίποτε άλλο”, συναντώντας εδώ τον Φαίδωνα και τον ύπνο δίχως όνειρα, δηλαδή χωρίς λέξεις αλλά και τον Μονταίν: “Δεν νοιώθουμε τίποτα βαθύτερo στη ζωή από έναν ήσυχο ύπνο χωρίς όνειρα”. (Kαι θυμάμαι εδώ, όταν μετά μια προσωπική εγχείρηση, ξύπνησα απ΄ την νάρκωση, σκεφτόμουν ότι αν πέθαινα δεν θα το ήξερα, όπως δεν ήξερα ότι δεν είχα πεθάνει κατά την νάρκωση). Ήδη στις δημοτικές παραδόσεις και τραγούδια ο θάνατος είναι ύπνος και ο Γέρο- Δήμος θέλει να πάει να κοιμηθεί.
    Η σύγχρονη θανατολογία στην Αμερική παρακάμπτει το διαζευκτικό εντελώς: άλλο ‘death’ κι άλλο ‘dying’. Επί του ‘dying’ έχει ακόμα λόγο ο μέλλων νεκρός, επί του death, οι εναπομείναντες.
    ‘Astiti-nastiti’, ‘υπάρχει–δεν-υπάρχει’, με δυο μόνο λέξεις αναρωτιέται ο πρίγκηπας για τον θάνατο στη Μαχαμπαράτα, αγνοώντας ως ανύπαρκτο το ‘ ή’.
    Θα λέγαμε ότι, η συναρμολόγηση σε σημείο  του ‘υπάρχει –δεν- υπάρχει’ ως προϋπόθεση λαλιάς και απόδοσης νοήματος στον θάνατο, ως λέξη, ως συμβάν, αντλεί την δυνατότητα της ύπαρξής του μέσα στη συμβολική τάξη, όχι από την πρωτοκαθεδρία ενός, σημαίνοντος- θ΄αναρωτηθώ εδώ, όπως στον ψυχωτικό λόγο: “ ποιο, πού είναι το σημαίνον;” αλλά, από την δυνατότητα της μπάρας που περιστρεφόμενη πέριξ του εαυτού της, καθίσταται αυτοδύναμο σημείο συγκερασμού και εξοστρακισμού των εναλλάξ τοποθετήσεων του σημαίνοντος ως σημαινόμενου και τ΄ αντίστροφο. Η μπάρα, ως έχουσα απορροφήσει και σχηματιστεί απ΄τις ουσίες των συντελεστών της, τους εξουσιοδοτεί στην τάξη του λόγου επιστρέφοντάς τους τα δάνεια στοιχεία τους. Μήπως είναι αυτή η μπάρα- που κάνοντας χρήση του όρου του Σελέρ θα ονόμαζα ‘τραγικό κόμβο’ – που δίνει την δυνατότητα ερμηνείας της ζωής και του θανάτου, την θέση του πρωτείου, της οπτικής αλλά και του ‘ζειν’ του κάθε ανθρώπου, μέσα στην τάξη του συμβολικού;
Μήπως είναι αυτή η μπάρα  που ‘ξοδεύεται’ μέσα στην  μεταφορά και την μετωνυμία, αλλά κυρίως  μέσα στο άναυδο της παροιμίας που εκφράζεται με το ‘σαν’, το ‘σαν να’, το ‘ως εάν’, ως υπονοούμενο και υπαινιγμός του ‘είναι – δεν – είναι’, ως προσωπείο εγκοσμιοποίησης της συγγένειας του ‘είναι’ με το ‘δεν’, ένα παιχνίδι με το ‘ή’ ως απόρροια των αρμών της μπάρας, ως τριγμοί επί του λόγου, του αδιαφόρητου ‘είναι- δεν –είναι;’
    “ Ο θάνατος, έλεγε ο Χάϊντεγγερ  είναι το ιερογλυφικό του ελεύθερου ανθρώπου”.
    O Λούθηρος, με μια καίρια φράση μας λέει ότι “είμαστε κλητοί από τον θάνατο”. H ζωή κλητή εκ του θανάτου. Η ζωή σε πτώση κλητική εκ της ονομαστικής της αξίας, δηλαδή εξ αρχής. Πάλι εδώ, ο Xάϊντεγγερ και ο ορισμός του: “η ζωή, ένα συστημένο γράμμα προς τον  θάνατο”. Κι αλλού: “Το είναι της ζωής είναι ταυτοχρόνως θάνατος. Οτιδήποτε εισέρχεται στη ζωή, αρχίζει ήδη να πεθαίνει και ο θάνατος είναι ταυτοχρόνως ζωή”. ‘H ζωή κλητή εκ του θανάτου’ επιφέρει ταυτόχρονα την κατάργηση της κλητικής του θανάτου,  με την κλήτευση της κλητικής της ζωής εκ του θανάτου, έστω σε πτώση κλητική. Το ‘ζω’, ως τετελεσμένος μέλλων. Ο θάνατος προσφέρει ως αντίδωρο του βιολογικού σώματος, το σώμα των λέξεων το οποίο θα ενοικίσει ο άνθρωπος ως ‘ομιλ-ον’. Το υποκείμενο κυριολεκτικά θα μιλιέται από την γλώσσα.
    Έτσι, στην Ινδική φιλοσοφία, ο θάνατος είναι η αρχή. Μα και στον Φαίδωνα τα πράγματα είναι αδιαφοροποίητα ως προς την αρχή. Χωρίς τον θάνατο, λοιπόν η κλήτευση του συμβολικού δεν θα ήταν δυνατή. Θα ανατρέπονταν όλα: ο χρόνος, η γλώσσα, η πράξη, η σκέψη. Χωρίς την κλήτευση του θανάτου, θα υπήρχε η ίδια η αδυναμία για θρήνο του θανάτου, αφού όπως λέει ο  Νοζισιέμ: “ο άνθρωπος έχει την γλώσσα για να μπορέσει να θρηνήσει τον θάνατο”. Να κάνει τον θάνατο αποδεκτό. Τον θάνατο που δίνει την δυνατότητα της γλώσσας, άρα της ζωής. Δηλαδή, ο θάνατος επιτρέπει τον θάνατό του ως βιολογικού γεγονότος, ως πράγματος. Ο θάνατος του πράγματος θα μας δώσει τις λέξεις.
    Εάν εκ του θανάτου η ζωή, δεν θα πρέπει να μας παραξενεύει το θέμα της ανάστασης. Εκ του θανάτου η ζωή, ως ζωή των λέξεων, είναι ανάσταση στις λέξεις, είναι ανάσταση λέξεων.
    “Tο πρώτο από τα σύμβολα της ανθρωπότητας” λέει ο Λακάν  “είναι το μνήμα που, πέρα από την εξαφάνιση του βιολογικού σώματος, διαιωνίζει τ΄όνομα”. “To μνήμα” έλεγε  “είναι η αληθινή ζωή, αυτός ο θάνατος, στο βαθμό που περιβάλλεται από το σύμβολο είναι η αληθινή ζωή, η μόνη που διαρκεί και διαιωνίζεται, από υποκείμενο σε υποκείμενο”. Aφού συμπληρώνουμε εμείς, η τελική καταβύθιση του σώματος στα ύδατα του συμβολικού, το καθιστά δια παντός αναπαλλοτρίωτο εκ του  θανάτου. Να, τι κάνει τον Εκο μέσα σε μια ρητορική υπερβολή να λέει ότι “τούτη η ζωή για να΄ναι υποφερτή, πρέπει ή να΄χεις κάνει ένα παιδί ή να΄χεις γράψει ένα βιβλίο”.
    Mνήμα, μνημείο, μνήμη, μνημόσυνο, νεκρόδειπνα, μοιρολόγια, ρέκβιεμ, τρισάγια, σώμα- σάμα- σήμα- σημείο- σημαίνον, artes moriendis, επιτύμβιοι δείκτες διαιωνίζουν τ΄όνομα του νεκρού. Είναι παρ-ουσία από και εκ του θανάτου, αλλά όχι προς- θάνατον, διαβάζουμε στις Ουπανισάντ.
    Καταλαβαίνουμε έτσι την απόγνωση της Αντιγόνης, αλλά και την αγωνία για την τύχη των χαμένων σωμάτων, την σημασία των κενοτάφιων για την αθανασία του νεκρού. Και αναφερόμενος στον Τζόουνς, ο Λακάν συνεχίζει: “ όλα τα σύμβολα παραπέμπουν στο ιδιωτικό σώμα, στη γέννηση, στις σχέσεις συγγένειας,  ζωής, θανάτου”. “ H λέξη” έλεγε ο Χέγκελ- και διεύρυνε ο Λακάν, με το σύμβολο – “ είναι ο φόνος του πράγματος”, η διαιώνιση επί του θανάτου. Έτσι, ο συμβολικός θάνατος  του Εμπεδοκλή που πέφτει στην  Αίτνα, διαρκεί αιώνια.
    Πεθαίνει, λοιπόν, το σώμα (χωρίς να ξέρουμε καλά – καλά τι σημαίνει αυτό…) για ν΄αναστηθεί, ίσον, συνεχίζει να ζει στην πραγματική, αιώνια ζωή της συμβολικής τάξης. Ο τάφος, στην κυριολεξία γίνεται μια τέλεια και αιώνια κατοικία. Καταλαβαίνουμε το μίσος και την ύβριν κάποιες φορές επί των νεκροταφείων: πρόκειται για την επιθετικότητα σε ζώντες δια του συμβολικού. Όπως επίσης και την επιθετικότητα σε αγάλματα, που διαιωνίζουν και καταδυναστεύουν με την ζωή τους την ζωή των ζώντων, αλλά και διαιωνίζονται με την ζωή των ζώντων και τ΄ αντίστροφο. Κατανοούμε επίσης, την θέσπιση νόμων στις ευνομούμενες πολιτείες όπου, η περιύβριση νεκρού τιμωρείται ως προσβολή του συμβολικού, δηλαδή της ζωής των τεθνεώτων. Οι  βρυκόλακες επιστρέφουν ως όντα σε ακηδεία, ως άθαφτα συμβολικά σώματα, επιζητώντας μέσω μιας τελετής το πέρασμα στο συμβολικό, όπου θα ησυχάσουν μέσα στη μνήμη των ζώντων.
    Η λατρεία των προγόνων στην Ιαπωνία δεν είναι παρά ο τρόπος διατήρησης και συγκατοίκησης μαζί τους, όπως επίσης οι μάσκες των νεκρών στα σπίτια του Σουλαβέσι της Ινδονησίας, η γιορτή των νεκρών στο Μεξικό, τα  ψυχοσάββατα στην Ελλάδα, οι επέτειοι των νεκρών σε Νεπάλ και Μπουτάν και τα οικογενειακά πορτραίτα των τεθνεώτων  στους χώρους υποδοχής, όπως επίσης, των ιδρυτών σημαντικών οργανισμών.
    Κι ο Ντελάντ συμπληρώνει: “ το σώμα άνοιξε δρόμο, άφησε ίχνη που επέζησαν του θανάτου. Οι ζώντες δεν ζουν παρά αφυπνίζοντας τα ίχνη των νεκρών σωμάτων”. Θα λέγαμε ότι ολόκληρος ο κόσμος, από τότε που υπάρχουν άνθρωποι ως όντα  τελετουργίας, σαν το Παρισινό  Πάνθεον, στηρίζεται, ζει, και εξελίσσεται επί της αθανασίας των νεκρών ως ζωντανό παρελθόν. Καταλαβαίνουμε γιατί οι ιδρυτές των θρησκειών παραμένουν πάντα εν ζωή, αλλά και οι πιστοί επιθυμούν τον θάνατο, ως προϋπόθεση αθανασίας.
    Μήπως αυτή είναι η ανάσταση; Είπαμε, ότι εκ του θανάτου η ζωή ως ζωή των λέξεων. Και ως εκ τούτου, δεν μπορούμε να έχουμε ζωή χωρίς θάνατο. Η ζωή χρωστιέται στον θάνατο. Όπου θάνατος και ζωή. Η ανάσταση είναι η επάνοδος, ή μάλλον η πλήρης θέση του συμβολικού μέσω της διεργασίας του πένθους, μέσω της συνομιλίας με τον Άλλον, απ΄την νέα του θέση. Ανασταίνω τον Άλλο με την αποδοχή του δικού μου θανάτου- μέσω της δικής του απώλειας, όπου τον επαναβρίσκω μέσω του συμβολικού. Πρέπει να υπάρξει ένας θάνατος για να υπάρξει ζωή- ανάσταση. Είναι το μνήμα του Άλλου, που ως μνήμη δική μου μιλά για μένα, μέσω αυτού. Όπως, όταν αφήνω ένα έργο- μνήμα που μιλά για μένα. Το έργο και τα πράγματα είναι ακριβώς η μεταφορά της αρτιότητας της εικόνας του εαυτού που χάνεται, αφού θα μιλούν εξ ονόματός μου. Ας σκεφτούμε για μια στιγμή τα προβλήματα κληρονομιάς κλπ.
    Εδώ, θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι αν η αθανασία διέρχεται δια του ονόματος, το ίδιο ισχύει ή μάλλον αυτό κατ΄αρχήν ισχύει και στο ίδιο το γεγονός της ζωής του βιολογικού σώματος ως φορέα του υποκειμένου. Ένα σώμα εν ζωή είναι ήδη νεκρό, ένας άνθρωπος είναι ήδη νεκρός αν δεν υπάρχει ο Άλλος ως προς τον οποίον υπάρχει δια και εξ ονόματός του. Κάποιος που δεν ζητείται από κανένα, που δεν υπάρχει για κανένα είναι ήδη νεκρός- κυριολεκτικά, ‘ η ζωή εν τάφω’ – όχι μόνον συμβολικά.

    Όμως, πότε πεθαίνει κανείς;
    Εκείνη η αφωνία που είπαμε  ως αιτία θανάτου, πότε επέρχεται;
    “Αυτός που γνώρισε την ομορφιά, αυτός αξίζει να πεθάνει”, λέει ο Τ. Μαν στο “Θάνατος στη Βενετία”.
    Mα πότε γνωρίζουμε την ομορφιά και γιατί αξίζει να πεθάνουμε γι΄ αυτό;
    Θάνατος είναι ο θάνατος της επιθυμίας.
    Ο θάνατος της επιθυμίας επέρχεται, όταν επέρχεται η πραγματοποίηση της. Το τέλος, η τελείωση μιας επιθυμίας είναι ο θάνατος της, δηλαδή του φέροντος την επιθυμία υποκειμένου ή να το πούμε αλλιώς, την φέρουσα το υποκείμενο επιθυμία. Η τελείωση ενός αγάλματος είναι ο θάνατος της επιθυμίας του καλλιτέχνη. Η επιθυμία είναι προς θάνατον κι ο θάνατος είναι ο θάνατος της επιθυμίας.     
    Είναι ήδη νεκρό ότι είναι πλήρες; Ναι, διατείνεται ο γνωστός μας Ρούσντι.
    Μια έλλειψη διαπερατότητας με το έξω; Μια μορφή αυτισμού; Δηλαδή η πληρότητα επιφέρει την αφωνία ως έλλειψη επιθυμίας;
    Μήπως όλα αποσκοπούν σ΄ένα σταμάτημα του χρόνου όταν υπάρχει η ευτυχία; ο έρωτας; η εκπλήρωση μεγάλων επιθυμιών ή μικρών μεταφορών μεγάλων σχεδίων;
    Ο άφρων πλούσιος στην Κ.Δ. πεθαίνει όταν είναι πλήρης και η γνωστή φράση σ΄άλλο εδάφιο της ίδιας Διαθήκης “νυν απολύεις τον δούλο σου Δέσποτα” ακούγεται και πραγματοποιείται άμα τη εκπληρώσει της επιθυμίας. Οι άνθρωποι αρνούνται να πεθάνουν παραμονή του Μιλένιουμ – στατιστικές νοσοκομείων – για να περάσουν στην επόμενη χιλιετία και πεθαίνουν τις επόμενες μέρες. Ας θυμηθούμε την αναφορά του Σόλωνα στον Κλέοβη και τον Βίτωνα που πεθαίνουν το βράδυ της πιο απόλυτης πληρότητάς τους. Μα και του ίδιου  του συνομιλητή  του που ως πλήρης, χάνει τα πάντα, παρερμηνεύοντας τις σημασίες- της Πυθίας. Τις ίδιες  σημασίες που παρερμηνεύει  ως προς τον θάνατο, ο άλλος αυτάρκης βασιλιάς, όπως μας τον παραδίδει ο Καβάφης.
    Οι άνθρωποι πεθαίνουν όταν παντρέψουν τα παιδιά τους ή όταν έχουν εκδικηθεί. Ή όταν έχουν δει το Παρίσι ή αρνούνται να το δουν ακριβώς γι΄αυτό. Παραπέμπω, φυσικά στο ποίημα του Μακρή.
    Μήπως όλα αποσκοπούν σ΄ένα σταμάτημα του χρόνου για ν΄ αποκλειστεί ο θάνατος ή για να έλθει; Μήπως η ευτυχία δεν είναι το ζητούμενο καθ΄εαυτό αλλά το ζητούμενο αποκλεισμού του θανάτου; Αφού, την στιγμή της πραγματοποίησης της αναιρείται η πραγματικότητα που είναι η απαραίτητη συνθήκη για κάθε επιθυμία. Ως, η κατάργηση της πραγματικότητας να είναι το ζητούμενο, αφού αυτή ‘δίνει’ τον θάνατο.
    ( Η φωτογραφία είναι το σταμάτημα μιας κατάστασης εικόνας, το σταμάτημα ενός κειμένου που κάνει τον άνθρωπο να κατοικεί διαρκώς το παρόν και ν΄αποκλείει το μέλλον. Η έκθεση ‘Τελευταίο πορτραίτο’ στο Ορσέ (Απρ- 02) καθίσταται ένας τόπος αθανασίας αναστημένων νεκρών, οι οποίοι περιφέρονται ως οικογενειακά πορτραίτα μακρυνών συγγενών).
    Υπάρχει ένας σπαραγμός και μια απόγνωση  μέσα στις στιγμές της πληρότητας, της αφαίρεσης της πραγματικότητας, μέσα στις στιγμές του πλήρους έρωτα. Ένας ‘μικρός θάνατος’ λένε οι Γερμανοί, για τον οργασμό.
    Δηλαδή, πεθαίνει όποιος είναι πλήρης- αλλά και όποιος νομίζει ότι έχασε την δυνατότητα αυτή. Προκαλεί τον θάνατο καθημερινά μ΄ ένα στραβοπάτημα, μια απροσεξία στο φανάρι, μια ίωση.
    Θέλω στο σημείο αυτό, να υπενθυμίσω τους ηθικολογικούς πίνακες της πρώΐμης Αναγέννησης όπου ο θάνατος επέρχεται ή έπεται ως τιμωρία ή επακόλουθο της νεότητας, της ευρωστίας, της ομορφιάς. Ωσάν δηλαδή όλοι οι άνθρωποι να χρωστιούνται στον θάνατο, αφού όλοι τόλμησαν κάποτε να είναι  νέοι και ωραίοι. Παραθέτω ενδεικτικά τον πίνακα του Μπάλντουγκ, ΄Οι ηλικίες και ο θάνατος’. Ο πίνακας όμως που φαίνεται να εκφράζει απόλυτα αυτή την απόλυτη σχέση ζωής και θανάτου, έτσι όπως την αναπτύξαμε πριν, είναι ο πίνακας του Χολμπάϊν, οι ‘Πρεσβευτές’ όπου ακριβώς, μέσα στην δόξα και την οπλισμένη πληρότητα έναντι παντός κακού, ο θάνατος είναι σε πρώτο πλάνο, μόνο που δεν φαίνεται με την πρώτη ματιά.
    Θέλω στο σημείο αυτό να αναφέρω το χωρίο του μυστικού Ιρανού Αχμάντ Γκαζαλί όπως διαβάστηκε από τον Ε. Μουτσόπουλο, στο Συμπόσιο της Σπάρτης, το 1977: “Όταν ο έρως υπάρχει πράγματι, ο ερών καθίσταται τροφή του ερωμένου. Δεν είναι ο ερώμενος τροφή του ερώντος  αφού, ο ερώμενος δεν είναι δυνατόν να χωρέσει μέσα στον ερώντα. Η πεταλούδα που είναι ο έρως της φλόγας έχει ως τροφή, όσο βρίσκεται σ΄απόσταση, το φως της αυγής, πρόδρομο σημείο της πρωϊνής φωταγωγίας που την καλεί και την υποδέχεται. Αυτή όμως, πρέπει να πετά ώσπου να συναντήσει την φλόγα. Όταν την φτάσει, δεν απόκειται πια στο έντομο να προχωρήσει προς την φλόγα αλλά η φλόγα είναι εκείνη που εισχωρεί εντός του. Δεν είναι η φλόγα η τροφή του, αλλά εκείνο η τροφή της φλόγας. Για μια φευγαλέα στιγμή η πεταλούδα γίνεται ο ίδιος ο ερώμενος της αφού, είναι  φλόγα η ίδια. Κι αυτό, αποτελεί την τελειότητά της”.
    Ακριβώς όπως στον πίνακα του Χολμπάϊν  όπου, όταν το βλέμμα συλλαμβάνει τον θάνατο που όμως ήταν ήδη εκεί, τότε απλώς του δίνει τον λόγο. Ή ακόμη περισσότερο, στον ‘ύπουλο’ πίνακα του Ριβέρα όπου την πληρότητα του Κυριακάτικου απογεύματος στηρίζει η κεντρική μορφή του θανάτου. Αυτή η ‘ φευγαλέα στιγμή’ που αναφέρει ο Γκαζαλί, φαίνεται να είναι μια καίρια στιγμή ως προς την διαλεκτική της διαδικασίας της ή του αποτελέσματος της και όσον αφορά τον βιωματικό μυστικισμό και όσον αφορά την διαλεκτική λογική της Δύσης. Την ίδια φράση ακούμε ως προς το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας, από τον Παύλο: “ζω εγώ φησίν, ουκ έτι, ζει δ΄εν εμοί Χριστός”, “ως αληθής εραστής”, σχολιάζει ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης στο Δ΄ κεφ. του ‘Περί Θείων Ονομάτων’.
    Μερικούς αιώνες νωρίτερα ο Ηράκλειτος και ο  Παρμενίδης σχολίαζαν την διαπήδηση των αντιθέτων. Θα σταθούμε σ΄αυτό προσεχώς. Και μερικούς αιώνες αργότερα, ακούμε το ίδιο σχόλιο στη λογοτεχνία και το θέατρο από τον Α. Φρανς στην ‘ Απεργία των αγγέλων’ και τον Ζενέ στο ‘Μπαλκόνι’. Στη φιλοσοφία από τον Χάϊντεγγερ στη σχέση ζωής - θανάτου,  στον Χέγκελ στον διαλεκτικό – ιστορικό υλισμό, στην γλωσσολογία του Γιάκομπσον, στον Λακάν όταν λέει: “ Δεν είναι ο άνθρωπος που κατέχει την επιθυμία. Είναι η επιθυμία που κατέχει τον άνθρωπο”. Εως δαιμονίου, θα έλεγα. (Ο Χάϊντεγγερ έχει προηγηθεί λέγοντας: “δεν είναι ο άνθρωπος που κατέχει το νοείν, αλλά το νοείν τον άνθρωπο” και νωρίτερα ακόμα ο Φρόυντ επιλέγει: “δεν είναι ο άνθρωπος που κατέχει την εικόνα αλλά το αντίθετο”).
    Αυτό το χρωστούμενο στο αντίθετο, που διατρέχει βιωματικά ή λογικά, διαχρονικά τον άνθρωπο, είναι αυτό ακριβώς που διεκδικεί τον τόπο του στην ανθρώπινη περιπέτεια και που δεν είναι άλλος από τον τόπο-θανάτου, όταν έρθει το πλήρωμα του χρόνου. Δηλαδή, πεθαίνει κάποιος ως πλήρης ή επειδή έχασε δια παντός την δυνατότητα αυτή.
    Το τίμημα λοιπόν, είναι ο θάνατος. (Κάποιες φορές οι άνθρωποι θανατώνουν την σχέση τους για να μην πεθάνει- πεθάνουν. Σκοτώνουν τ΄ όνειρο για να μην πεθάνει. Παραμένουν στο φαντασιακό, από φόβο μήπως χαθεί η εικόνα του εαυτού που λάτρεψαν: “πώς θα είμαι χωρίς εμένα;”)
    Είπαμε στην αρχή της εισήγησης μας ότι, το ασυνείδητο δεν έχει εγγραφές θανάτου και ως εκ τούτου, τον αγνοεί. Είναι το ‘εγώ’ που γνωρίζει τον θάνατο και το ναρκισσιστικό του φορτίο.
    Είναι άραγε, ο θάνατος ζήτημα ναρκισσισμού;
    Για να μεγαλώσει ο άνθρωπος πρέπει να πεθάνει- ευνουχιστεί- πενθήσει, αφήσει τον ναρκισσισμό και την παντοδυναμία του. Να εισέλθει στη συμβολική τάξη των σημαινόντων, πενθώντας την απόλαυση του βιολογικού. Αν δεν το κάνει τότε, αυτός ο ίδιος ο ναρκισσισμός  θα τον σκοτώσει βιολογικά, όπως τον Νάρκισσο, όπως την Μέδουσα.
    Μα και τότε ακόμα, δηλαδή αφού έχει δεχθεί ν΄αφήσει τον παιδικό ναρκισσισμό του – με τι τίμημα(!) παρά με την υπόσχεση ενός ψεύδους, ότι θα τον επαναβρεί μέσα στις επιθυμίες που θα παράγει και θα τον παράγουν – και τότε ακόμα το τίμημα είναι ο θάνατός του, όταν ακριβώς πραγματοποιείται η υπόσχεση για ευτυχία.
    Είναι ύβρις το να είναι κανείς αθάνατος, δηλαδή πλήρης ναρκισσισμού. Άρα ο θάνατος είναι πλήγμα στο ναρκισσισμό. Ο ναρκισσισμός είναι θάνατος. Τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα του 6ου αιώνα δεν είναι παρά μετωνυμίες του ναρκισσισμού. Ο Αδάμ ως αρχετυπική φιγούρα γνωρίζει τον θάνατο ως πλήρης  συν  το βήμα της ύβρεως. “ Τους είδα με τα ίδια μου τα μάτια” έλεγε ο ηλικιωμένος Κογκολέζος, “να πιάνουν τις σφαίρες με τα χέρια τους. Βέβαια, όταν έπαψαν να είναι ξεχωριστοί, πέθαιναν σαν τους άλλους”.
    H αυτοκτονία είναι η ακραία ναρκισσιστική πράξη. Δεν επιτρέπεται τίποτα λιγότερο ‘ να είμαι’. Ο ναρκισσισμός δεν επιτρέπει απώλεια. Προτιμά την πλήρη, ως μη αίσθηση της απώλειας. Οι αυτόχειρες στην αρχαιότητα- και όχι μόνον – με προεξάρχοντα  τον Αίαντα πεθαίνουν από ντροπή και λόγους τιμής, δηλαδή ναρκισσισμού.
    Μα και οι ίδιες οι καταβάσεις στον κάτω κόσμο τιμωρούνται αυστηρά, αν δεν τηρηθούν οι κανόνες και οι εντολές, όπως συμβαίνει με τον Θησέα ή τον Ορφέα.
    Να, γιατί η “η αγάπη είναι ο μόνος δρόμος”. Γιατί το να δίνεις έχει μικρότερο ναρκισσιστικό κόστος. Γιατί ναι μεν η ναρκισσιστική επένδυση μπορεί να είναι τεράστια, βιώνεται όμως μέσω του Άλλου. Γι΄αυτό, ο άγγελος του Βέντερς δέχεται να χάσει την αθανασία για τον έρωτα. Κι ο Μορέλ του Καζάρες δέχεται να χάσει την ίδια την πραγματικότητα για τον έρωτα της εικονικής γυναίκας.
    Έτσι, ο θάνατος γίνεται ένα ηθικό γεγονός επί του οποίου, κατ΄αρχήν έχουν λόγο οι θρησκείες ως οι κατ΄εξοχήν ηθικοί κώδικες της ανθρωπότητας. Η πτώση του ναρκισσισμού που πρεσβεύουν, η ταπείνωση, ως η πρώτη αρετή του ανθρώπου, δεν είναι παρά η ανθρωπολογική διάσταση της συνοχής της ομάδας όπου, όλοι εντέλλονται ν΄αφήσουν τον ναρκισσισμό εκτός, για την επιβίωση της κοινότητας, εις τ΄ όνομα του πατρός που τους αγαπά όλους το ίδιο, δηλαδή τους ανταμείβει εκείνος ναρκισσιστικά και τους τιμωρεί εξ ίσου. Συναντάμε εδώ, την από άλλον  δρόμο διαλεκτική ‘επιθυμίας –πολιτισμού’ του Φρόυντ. Είναι τέτοια η θυσιαστήρια προσφορά του ναρκισσισμού, που οφείλεται η θυσία του πρωτότοκου υιού, εν ονόματι του Νόμου – Θεού- Πατέρα, από τον ίδιο τον Πατέρα. Η άκρα ταπείνωση, το ‘Ίδε ο Άνθρωπος’ είναι θυσία που διέρχεται μέσω του κακοποιημένου σώματος και της παράδοσης του στο θάνατο. Όπως σ΄όλες τις θρησκείες είναι το σώμα το φερέφωνο του ναρκισσισμού και γι΄αυτό οφείλει να πεθάνει, γι΄αυτό είναι θνητό. Η εξαφάνισή του είναι το προσδοκώμενο μέσω της άσκησης, της νηστείας κλπ. Και βέβαια, η αναμονή του ίδιου του θανάτου ως βέβαιη εξαφάνιση του σαρκίου, εκτός ορισμένων αγίων που το είχαν εξαφανίσει από πριν και γι΄αυτό το διατηρούν και μετά.
    Υπ΄αυτή την έννοια, ο ύπνος γίνεται ένα ισοδύναμο θανάτου, όπως το προαναφέραμε, αφού απαιτεί μια πλήρη σχεδόν ναρκισσιστική απόσυρση εκ της πραγματικότητας για να επιτευχθεί. Το αντίδωρο είναι η επάνοδος στην πραγματικότητα με την ναρκισσιστική επένδυση μέσω των επιθυμιών όπως επίσης η εικονική κατοπτρική  επένδυση του εαυτού στα όνειρα. Εκοιμήθη, λοιπόν, και όχι απέθανε. Ξυπνά, λοιπόν, ως ισοδύναμο του ανασταίνεται.
    Η κόλαση γίνεται έτσι η πλήρης εξαθλίωση της ναρκισσιστικής πανοπλίας, εάν ο μέλλων θανών δεν την έχει απαρνηθεί νωρίτερα. Στην Π. Διαθήκη, ο Θεός τιμωρεί όταν ο άνθρωπος τον ξεχνά, όταν δηλαδή  είναι πλήρης και τιμωρεί καταστροφικά τον ναρκισσισμό. Έτσι, όταν το 1882 ο Νίτσε φωνάζει για τον “θάνατο του θεού, που οι άνθρωποι επέφεραν με τα ίδια τους τα χέρια, αλλά το έχουν ξεχάσει” ουσιαστικά, μιλά για την ναρκισσιστική μοναχικότητα του ανθρώπου που εισέρχεται στον επόμενο αιώνα, περνώντας το κατώφλι των ‘Δεσποινίδων της Αβινιόν’.
    Έτσι η ηθική της ζωής, γίνεται μια νίκη επί του θανάτου, όπου θα εξακολουθήσουν να ζουν αυτοί, που θα μπορέσουν να περάσουν ‘απ΄την τρύπα της βελόνας΄. Όσοι δεν έχουν τίποτα. Μα, και ταυτόχρονα δεν τους παίρνει τίποτα ο θάνατος αφού, έχουν εγκαταλείψει τα πάντα, πλην του ναρκισσισμού ότι έχουν εγκαταλείψει τα πάντα, σαν τον Ιώβ. Πράγμα, που κάνει τον Παλαμά ν΄αντιδρά και να μοιρολογεί: “άφτιαχτο κι αστόλιστο – του χάρου δεν σε δίνω- στάσου με τ΄ανθόνερο – την όψη σου να πλύνω. – Μήπως και του χάροντα – καθώς θα σε κοιτάξει – του φανείς αχάϊδευτο – και σε παραπετάξει”.
    ‘Να μην πας αχόρευτος’ προτρέπουν στα πανηγύρια, στην Ικαρία: να χορέψεις, να μην παραδώσεις το σώμα, είναι αμαρτία στη ζωή, χωρίς την πλήρη του δόξα- τον έσχατο ναρκισσισμό του, μέσω της ναρκισσιστικής επένδυσης της κίνησης του σώματος που αγνοεί την βαρύτητα και την δέσμευση. Άρα τις δυνάμεις της πραγματικότητας, ίσον, τον θάνατο.
    “Δεν θ΄αφήσω τίποτα στο θάνατο”, φώναζε, ο μέγας μεταφυσικός της λογοτεχνίας μας, ο Καζαντζάκης.
    Αν διαβάσουμε την συλλογή νεκρολογιών, όπως εκτέθηκε στο δεύτερο συνέδριο συγγραφέων νεκρολογιών, στο Τζέφερσον του ανατολικού Τέξας, θα τις χωρίζαμε σε δυο κατηγορίες: σε κείνους που έφυγαν νωρίς και σε κείνους που έφυγαν ‘πλήρης’. Σε κείνους που πρόλαβαν και σε κείνους που δεν πρόλαβαν. Σίγουρα, πάντως με μια δοξολογούμενη ναρκισσιστική πανοπλία, ωσάν η πανοπλία αυτή να είναι νίκη της ζωής. Αλλά ταυτόχρονα να γίνεται το διαβατήριο για τον άλλο κόσμο, ακόμα και στην περίπτωση που δεν πρόλαβε κάποιος να ζήσει, θεωρώντας το ως νίκη επί του θανάτου, αφού ο θάνατος δεν του παίρνει τίποτα. Τα καλολογικά  στοιχεία της προσωπικότητας και του έργου, γίνονται διαπιστευτήρια θανάτου μιας ναρκισσιστικής πληρότητας που δεν πάει άλλο και οι λέξεις συγκροτούν ένα λεξικό πολυσημίας του θανάτου, αποκωδικοποιώντας  τα σημάδια του, αφού ο ένοικος του νεκρού σώματος, είναι ο ίδιος ο θάνατος.
    Ίχνη ερωτισμού στον θάνατο ως συνάδοντα ναρκισσιστικά στοιχεία, διαφαίνονται ήδη τον 16ο αιώνα και στην μπαρόκ λογοτεχνία. Ο θάνατος του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας σ΄ ένα τάφο, μας προσφέρει πολλαπλές αναγνώσεις: ο θάνατος, ως υπέρτατη ναρκισσιστική πράξη αυτοκτονίας- τίποτα λιγότερο. Ο θάνατος ως υπέρτατη πραγματοποίηση επιθυμίας η οποία παραμένει εσαεί. Ο θάνατος ως προσβολή στον ναρκισσισμό  επειδή πραγματοποιήθηκε η επιθυμία. Ο θάνατος ως απόγνωση στην μη πραγματοποιημένη επιθυμία.
    Συνεχίζεται με τον Σάντ που εδραιώνει το δίπολο ‘ έρωτας – θάνατος’ όπως αυτό φτάνει στις μέρες μας με όλη την σημειολογία του μαύρου και την υπόσχεση του παράδεισου της ετερότητας, μέσω της υπόσχεσης του απόλυτου.
    Τον 19ο αιώνα όμως, μεσούντος του Ρομαντισμού, ο θάνατος συνδιαλέγεται πλήρως με τον έρωτα, αναπόσπαστα εκφρασμένος στο λόγο του ανθρώπου. Ας θυμηθούμε Δουμά, Ιταλική όπερα,  την Κάρμεν των Μεριμέ   και Μπιζέ  που τραγουδά: “ τι πιο μεγάλη ευτυχία απ’ το να πεθαίνεις απ΄ το χέρι κείνου που αγαπάς!..”, τον δικό μας Α. Παράσχο, όταν στροβιλισμένος από την έγκαυλη ρομαντική του διάθεση, επιλέγει μεν τους ναρκίσσους- για σκεφτείτε – ως άνθη, ξεχνά όμως ότι δεν φυτρώνουν τον Μάϊο: “Δρέψατε πάλι ερασταί- ευδαίμονας ναρκίσσους – εκ του Μαΐου τους φαιδρούς κι ευώδεις παραδείσους. – Και την παρθένον στέψατε – ήτις ως άνθος κλίνει – εγώ, δεν κόπτω, δι΄εμέ – απέθανεν εκείνη”.
    Είναι αυτό που κάνει τον Σαρτρ  να κατουρά στον τάφο του Σατωμπριάν: ύψιστη απόδοση τιμής και απαξίωσης του θνητού υπαρξιακού σώματος, στο γελοιωδώς αθάνατο σώμα του ρομαντισμού. Ίσως, τότε ο θάνατος γίνεται ταμπού αφού συνδέεται με το σεξ. Θα΄πρεπε, λοιπόν, να προσθέσουμε και τον θάνατο στα δύο θέματα, το σεξ και το χρήμα, για τα οποία ο Φρόυντ έλεγε, ότι δύσκολα μιλούν οι αστοί. Και βέβαια, να υπενθυμίσουμε εδώ, την ‘δεύτερη τοπική’  του, όπου η εισαγωγή της ‘ενόρμησης του θανάτου’ και η σχέση της με τον έρωτα και την ζωή γίνεται ο πιστότερος σύντροφος στην εξέλιξη της ψυχαναλυτικής σκέψης και όχι μόνον.

    Είπαμε ότι ο θάνατος οφείλεται σε αφωνία. Κι ότι η αφωνία επέρχεται  ως το ισοδύνατο μιας ναρκισσιστικής  στιγμής – όπου  δεν έχω λόγια, πια.
    Πότε όμως, επέρχεται αυτή η στιγμή;
    Και όπως ήδη αναρωτηθήκαμε, πότε επιφέρει και πότε αποκλείει τον θάνατο; Πότε η πραγματοποίηση μιας επιθυμίας επιφέρει συνακόλουθα τον θάνατο και πότε τον αποκλείει;
    Μ΄ άλλα λόγια, πότε πεθαίνουμε;
    Υπάρχει μια φράση, ενός φιλόσοφου που αγαπώ ιδιαίτερα, του Σπινόζα, στην ‘Ηθική’, μέρος IV. Θεώρημα 67 (ΞΖ), η οποία, εκ πρώτης όψεως φαίνεται αυτονόητη και απλοϊκή: “ o ελεύθερος άνθρωπος για κανένα άλλο πράγμα δεν σκέφτεται λιγότερο, όσο για τον θάνατο, η δε σοφία του είναι μελέτη όχι του θανάτου, αλλά της  ζωής”. “Σκοπός της ηθικής” συνεχίζει  “ είναι η αυτοσυντήρηση (conservatio sui)”.
    Eίναι όμως έτσι, ή μάλλον μόνον έτσι;
    Οι άνθρωποι ξέρουν στο βάθος τους αυτό που θέλουν. Ξέρουν το ποιοι θέλουν να είναι. Υπάρχει ένα υπαρξιακό σχέδιο. Κι ο θάνατος, δεν είναι παρά το σχέδιο των σχεδίων της ύπαρξης. Αλλά ‘αρνούνται’ να το γνωρίζουν. “O πομπός” λέει ο Λακάν “δέχεται από τον δέκτη το ίδιο του το μήνυμα υπό αντεστραμμένη μορφή. Ο λόγος εμπεριέχει πάντοτε την απάντησή του”. Και δανειζόμενος τον Πασκάλ  επιγράφει: “δεν θα μ΄ έψαχνες αν δεν με είχες βρει”.
    Aν το λέγαμε αυτό σε σύγχρονα ελληνικά θα λέγαμε ότι, η κάθε ερώτηση είναι στημένη, αφού η απάντηση έχει προηγηθεί και φανερώνεται υπό μορφή ερώτησης, υπό μορφή σημαίνοντος, το οποίο, δήθεν ζητά να πάψει να υπάρχει, εξαφανισμένο μέσα στην απάντηση.
    Έτσι, η ζωή γίνεται ένας τρόπος να κάνει κανείς ότι δεν καταλαβαίνει. Είναι ένας τρόπος να μην ζούμε, αν σ΄αυτό το ‘είναι- προς- θάνατο’, σ΄αυτό το ‘cursus ad mortem’ του Αυγουστίνου “ η πραγματική ελευθερία είναι η ελευθερία να πεθάνω” όπως λέει ο Χάϊντεγγερ.
    Ο θάνατος βρίσκεται μέσα στις αποφάσεις μας, μέσα στις αναδυόμενες επιθυμίες, αφού είμαστε σ΄ αυτό που πενθήσαμε ως απόφαση. Υπάρχει πένθος στην επιλογή των λέξεων, πένθος επί του παραδειγματικού και συντακτικού άξονα, πένθος στην Γιακομπσκική αντιπαλότητα, πένθος στην κάθε επιθυμία, αφού εμπερικλείει τον θάνατο μιας άλλης. Ο πόλεμος των αντιθέσεων, και θα λέγαμε εδώ, των κατ΄επίφαση αντιθέσεων, αφού ουσιαστικά η επικρατούσα, δεν θα μπορούσε να υπάρχει, παρά επειδή υπήρξε μια άλλη που την ανέδειξε, αυτός ο πόλεμος των αντιθέτων που είδαμε να διατρέχει με την ανθρωπότητα τον χρόνο, βιωματικά στην  Ανατολή, ‘λογικά’ στη Δύση, δεν είναι τίποτε άλλο μέσα στην εξέλιξη του ανθρώπου, παρά ένα αργόσυρτο πένθος.
    Μήπως ο θάνατος μιας επιθυμίας για την ανάδειξη μιας άλλης, αποσκοπεί ν΄ ακολουθείται σιωπηλά, το υπαρξιακό σχέδιο ως προς τον θάνατο;
    Ο άνθρωπος μετρά τον χρόνο. Το ‘πότε’ και το ‘πόσο’ αλλοτριώνουν την ίδια την διάσταση του χρόνου καθιστώντας την μορφή ύλης οικειοποιήσιμη. Μετρά, από το πρωΐ που θα ξυπνήσει και πριν ακόμα γεννηθεί, αφού μετρούν, τον μετρούν άλλοι γι΄αυτόν. Αλλά, όλο το μέτρημα ανάγεται σε μια τελική στιγμή. Άλλως, δεν έχει νόημα. Μετρά ο άνθρωπος την ζωή του για να την δώσει στον θάνατο. Γιατί ο μόνος τρόπος να διασχίσει τον χρόνο, δηλαδή την ακινησία και ν΄αποφύγει τον θάνατο ως συνώνυμο της ακινησίας είναι να παράγει επιθυμίες ζωής. Αλλά η πραγματοποίηση όποιου στόχου είναι ένα βήμα πιο κοντά σ΄αυτό που θέλει ν΄αποφύγει: τον θάνατο. Ο μετρών είναι ήδη μετρημένος. Εδώ ακριβώς είναι που ανάγεται ταυτόχρονα ο λόγος σ΄ ένα αρκτικό και τελικό σημείο: τον αλγόριθμο του θέλω/φοβάμαι εις χρόνο τετελεσμένο μέλλοντα. Είναι οι λέξεις που ο άνθρωπος μπόρεσε να μιλήσει ή να τον μιλήσουν αυτές, απ΄το πρωΐ που θα ξυπνήσει, απ΄την μέρα που θα γεννηθεί,  ως και μέσα στον ύπνο του, αφού τ΄ όνειρά του δεν είναι παρά ζωγραφισμένες λέξεις. Το όποιο λεξικό δεν είναι παρά, προσδιορισμοί επιρρηματικοί και προθετικοί, άρα τοπικοί και χρονικοί των δυο λέξεων.
    Ο Ο. Μεσιάν στο περίφημο έργο του ‘ Κουαρτέτο για το τέλος του χρόνου’ του οποίου ο σκοπός είναι η υπέρβαση της φράσης του Ιωάννη: “δεν θα υπάρχει πια καιρός” επιχειρεί την έρευνα, όπως ο ίδιος λέει στον πρόλογο του “μιας γλώσσας ουσιαστικά άϋλης, πνευματικής, καθολικής”.
    Εξωπραγματικής, στο μέτρο που δεν έχει μέτρημα και άρα η φράση του Ιωάννη εκπίπτει ως τέτοια, ως άνευ αναφορών.
    Μετρά, βέβαια, βάσει των επιθυμιών του αγνοώντας ότι είναι φυλακισμένος στο στρατόπεδο της επιθυμίας, αγνοώντας ότι δεν μπορεί παρά να παράγει επιθυμίες, αγνοώντας ότι δεν μπορεί να δραπετεύσει από την επιθυμία. Ή μάλλον γνωρίζοντας ότι το τίμημα είναι η τρέλα κι ο θάνατος. Ο θάνατος ακόμα κι αν παράγει επιθυμίες. Κυρίως τότε. Κυρίως με την πραγματοποίηση των μεγάλων σχεδίων.
    Ο άνθρωπος γιατί αναβάλλει την επιθυμία του; Ή γιατί αναβάλλει θέματα υγείας;
    Η μεγάλη επιθυμία μπορεί να παραμένει αέναα απραγματοποίητη τροφοδοτώντας ωστόσο με μικρές επιθυμίες την ζωή. Έτσι, ο θάνατος αποφεύγεται και ταυτόχρονα ‘κάποιος’ ζει με τις μικρές του επιθυμίες.
    Η μεγάλη επιθυμία είναι εκείνη που μάχεται ως σταθερή εφεδρεία με το άρρητο (‘πραγματικόν’) και τον θάνατο αφού, εξ αυτών μεν προέρχεται αλλά ταυτόχρονα είναι η οριοθέτησή τους, η μη εισβολή τους στο συμβολικό. Δηλαδή, η επινόηση μιας επιθυμίας μη πραγματοποιημένης ποτέ, είναι ανάχωμα στο άρρητο- από το οποίο ωστόσο έχει προέλθει, άμυνα στο θάνατο και ταυτόχρονα παροχή μικρών επιθυμιών που δίνουν δυνατότητα ζειν. «Δεν θέλω να πεθάνω, δεν θέλω να γιατρευτώ, θέλω απλά να ζω μεσ΄την καταστροφή μου» γράφει ο Χριστιανόπουλος
    Κατά τον ίδιο τρόπο, το παραλήρημα ως ένας συγκερασμός συμβολικού και ισχυρών διαπηδήσεων εκ του άρρητου είναι μια απεγνωσμένη προσπάθεια δραπέτευσης από το άρρητο- απ΄όπου και προέρχεται, που κάνει τον άνθρωπο και ζει, του προσφέρει μια ψευδοσυμβολική κατασκήνωση.
    Ο άνθρωπος αναβάλλει, λοιπόν, την επιθυμία του για να ζει. Αναβάλλει γιατί πραγματοποίηση σημαίνει τέλος. Αναβάλλει γιατί δεν έχει καιρό. Αλλά επίσης μέσα στην αναβολή, διατηρεί την επιθυμία άκαυτη και πάντοτε διαθέσιμη για την αντιμετώπιση της πραγματικότητας και ταυτόχρονα ως πραγματοποιημένη εντός του: φτιάχνει ένα καθρέφτη όπου βλέπεται μέσα στην επιθυμία του ως κατοπτρικός ‘άλλος’. Ένας ‘εικονικός άλλος’ με την επιθυμία ανέπαφη, όπως στα όνειρα.
    Έτσι συχνά η ζωή, το γεγονός της  ζωής, γίνεται ένα γεγονός ακατάληπτο. Γίνεται ένας τρόπος να μην καταλαβαίνουμε. Συχνά η ζωή γίνεται ένας τρόπος να μην ζούμε, γιατί έτσι ακριβώς δεν πεθαίνουμε. Και θ΄ αποτολμήσω να πω ότι, μήπως η είσοδος των ανθρώπων μέσα στ΄ασήμαντα αποσκοπεί σ΄αυτό ακριβώς: να χάσουν τον δρόμο, αφού ο δρόμος οδηγεί προς το τέλος. Μήπως ο άνθρωπος δικαίως δεν βρίσκει την επιθυμία του, γιατί αν την βρει θα πεθάνει; Ίσως γι΄αυτό κάποιοι άνθρωποι όταν περάσουν τα  χρόνια βιάζονται να πραγματοποιήσουν τις επιθυμίες τους, επειδή τότε δεν έχουν τίποτα να χάσουν; Μήπως ταλαιπωρούνται για να μην πεθάνουν; Ακούστε την από – στροφή του Σ. Ντόμαλη: “μην τους ξεσκεπάζετε τους ανθρώπους – αυτός ο άνεμος της αλήθειας φυσάει δηλητήριο – μην τους ξεσκεπάζετε τους ανθρώπους- αφήστε τους να κοιμούνται σκεπασμένοι με τα κουρέλια των επιθυμιών τους”. Kαι θα λέγαμε, ακριβώς στο σημείο αυτό, ότι οι άνθρωποι καταφεύγουν στην κοινοτοπία και για να αισθάνονται ότι έχουν πρόσβαση στο συμβολικό και για ν΄απωλέσουν την δυνατότητα εύρεσης της δικής τους επιθυμίας και για να αποκρούουν την ερημία της ακινησίας, του ‘πραγματικού’, θα΄ λεγε  ο Λακάν. Αγνοούν την επιθυμία που τους φέρει και τους κατέχει βάζοντας τους να ζουν την μεταφορά εν αγνοία τους, όπως στο ‘Κλεμμένο γράμμα’ του Πόε, όπως στο ‘Κιβώτιο’ του Αλεξάνδρου.
    Μπορεί η ζωή να μην έχει ιδιαίτερο νόημα αν δεν υπάρχει ο (Α)λλος ως προς τον οποίο έχει(ς) νόημα. Έχει νόημα να σε περιμένουν, να σε θέλουν, να σ΄αγαπούν, να σ΄εκτιμούν, να σ΄αναγνωρίζουν. Όμως, επίσης μπορεί να έχει νόημα ως προς τον (α)λλο δηλαδή την φαντασιακή- κατοπτρική σχέση με την εικόνα του εαυτού, αφού αυτή η σχέση υπόσχεται έναν ήπιο θάνατο εκτός ζωής, νομίζοντας κάποιος ότι ζει. Μπορούν ωστόσο να πεθαίνουν κοντά στα γενέθλια τους, σαν ύστατη ναρκισσιστική προσδοκία αναγέννησης ή υπόσχεσης αλλαγής πορείας πια, αλλά κυρίως ως μια είσοδο στην τάξη του συμβολικού, αφού πια δεν έχουν τίποτα να φοβηθούν. Όπως εξ άλλου το αποδέχονται ορισμένοι σχιζοφρενείς, λίγο  πριν πεθάνουν; Αλήθεια, πότε υπάρχει αυτόματη- αυθόρμητη βελτίωση στους ψυχωτικούς και όχι μόνον; Πώς σχετίζεται αυτό με τον φόβο στην τάξη του συμβολικού;
    Θα λέγαμε, λοιπόν, ότι οι νευρώσεις είναι ασπίδες θανάτου, αφού αποκλείουν την ανάθεση της επιθυμίας. Ή μάλλον δονούνται από επιθυμία να μην ξέρουν. Είναι, ωστόσο, η ύψιστη ναρκισσιστική στιγμή κι άρα, παράλληλα με την αποφυγή του θανάτου επέρχεται η διαρκής βίωσή του, όπως συμβαίνει στον ψυχαναγκαστικό, που πεθαίνει στην επανάληψη του διλήμματος (‘να ξέρω- να μην ξέρω, να το βρω- να μην το βρω, να το υποστώ – να μην το υποστώ’) ή στον υστερικό που πεθαίνει μέσα στην προσποίηση, ως θάνατος επί σκηνής (ότι το έχει υποστεί). Υπάρχει σίγουρα μια κατάθλιψη που ακολουθεί ή ίσως και προηγείται του αποκλεισμού της επιθυμίας, ένα χρόνιο πένθος, όπως αυτό του σύγχρονου ανθρώπου που βυθίζεται στο υλικό αντίκρυσμα του εαυτού του, πενθώντας την ψυχή του. Αλλά μήπως δεν υπάρχει και στην αποδοχή της, στην ανάληψη της ευθύνης ‘εξ ονόματος’ αφού, η είσοδος στην τάξη του συμβολικού απαιτεί τον ευνουχισμό μιας πρηγούμενης απόλαυσης, άρα ένα πένθος. Από το οποίο άραγε, απαλλάσσεται ποτέ ο άνθρωπος πλήρως; Μήπως όλοι είναι λίγο καταθλιπτικοί;
    Κι αν η  ζωή τελικά είναι μια διαρκής εκπαίδευση στους αποχαιρετισμούς, στο πένθος, αφού ο μόνος θάνατος  που γνωρίζουμε είναι ο θάνατος του Άλλου, ο ίδιος μας ο  θάνατος είναι ο θάνατος του Άλλου, - “κάθε ανθρώπινη σχέση” λέει ο Γρηγόριος Νύσσης, “από την αρχή της δημιουργεί προϋποθέσεις ενός προπαρασκευαστικού πένθους”- γιατί να πενθεί αν μπορεί να τ΄ αποφύγει αποφεύγοντας το αρχικό πένθος, εκείνο της εισόδου στην πραγματικότητα, που είναι ταυτόχρονα πένθος αποδοχής του θανάτου του; Πένθος αρχικό, που ανοίγει τον δρόμο για τα επόμενα και ταυτόχρονα πένθος προπαρασκευαστικό  του τελικού του σημείου, που θα τον κάνει ξέφρενα να μετρά τον χρόνο, να ετοιμάζει με σοβαρότητα κουστούμι για την τελευταία του κατοικία; Και, μήπως όλες του οι κινήσεις πια, είναι μεταφορές και μετωνυμίες, άρα δήθεν αγνοήσεις της κατάστασης που τις υπαγορεύει..
    Άρα, μια ψυχανάλυση είναι στόχος θανάτου;
    Αφού ο ευνουχισμός και το σύμβολο αναπόσπαστα και αναπόδραστα, οδηγούν σ΄ένα τέλος. Με τι τίμημα αλήθεια ο άνθρωπος ζει, έχοντας υποσχεθεί τον εαυτό του στο θάνατό του; Το τίμημα της ζωής, η πρόσβαση στην επιθυμία είναι ο ίδιος ο θάνατος, που μας εξαγοράζει για να ζήσουμε. Το συμβολικό που του δοθήκαμε μας ‘παρηγορεί’ λέγοντας μας, ότι ποτέ δεν θα γνωρίσουμε τον βιολογικό μας θάνατο.
    Παρ΄όλα αυτά “υπάρχει”, λέει ο Λακάν στη σελίδα 206 της ελληνικής έκδοσης των ‘Ψυχώσεων’ “κάτι αναφομοίωτο για το σημαίνον. Τα ερωτήματα της ύπαρξης. Το σημαίνον αδυνατεί να δώσει απάντηση γιατί τα τοποθετεί πέραν του θανάτου. Το σημαίνον το θεωρεί ήδη νεκρό, η ουσία του σημαίνοντος είναι ν΄ αποθανατίζει το υποκείμενο”.
    Στο τέλος μιας ανάλυσης μένει κάτι άλεκτο, κάτι που δεν υπεισέρχεται στην τάξη του λόγου. “Είναι η τρέλα που ορίζει την ελευθερία του ανθρώπου” λέει πάλι ο Λακάν.
    Αυτό το άλεκτο είναι που μας ταλαιπωρεί, μας κάνει να κάνουμε σχέδια, να μην πεθαίνουμε, αφού πασχίζουμε να το εντάξουμε στο συμβολικό ως μόνιμη απειλή του ίδιου του συμβολικού. Στην κυριολεξία, να δώσουμε νόημα και διέξοδο στην τρέλα της ύπαρξης. Αλλά ματαίως. Η επιθυμία για ζωή δεν προκύπτει ως νόημα, από τις απεγνωσμένες επιθυμίες, εντός των οποίων φλέγεται και καίγεται ολόκληρος ο άνθρωπος. Επιθυμίες που προκύπτουν από τον φόνο του πράγματος ως αέναη αναζήτηση και νοσταλγία του πράγματος, υποχρεωτικά πια εντός του συμβολικού. Αλλά επίσης, από εκείνο τον αγιάτρευτο εκ του θανάτου τόπο μας, που μας τροφοδοτεί διαρκώς με απόπειρες υγείας, δηλαδή, επιθυμίες και προσβάσεις στο συμβολικό.
    Η τρέλα ως αντίδωρο θανάτου, ματαιώνει τον θάνατο οδηγώντας μας ωστόσο προς εκεί, μέσω της διαδοχής των επιθυμιών, ακολουθώντας εξ αρχής, ένα υπαρξιακό σχέδιο, μέσα σ΄ένα αέναο ψυχωτικό ‘flying to the health’. “ Οι άνθρωποι είναι τόσο απαραίτητο να είναι τρελοί”, έλεγε ο Πασκάλ “που θα ήταν άλλου είδους τρέλα το να μην είναι τρελοί”.
    ‘Το – είναι – προς – τρέλα’, ταυτόχρονα ακύρωση και ‘είναι- προς- θάνατο’ εισάγει το διαζευκτικό ‘ή’  για ν΄ ακούγεται ταυτόχρονα το ‘και’ και το ‘ ούτε’.


    Κάποιες στιγμές ενώ έγραφα αυτό το κείμενο, είχα κάποια δυσκολία στην ολοκλήρωση μιας φράσης ή να βάλω τελεία. Σαν να κανόνιζα μέσα μου  λογαριασμούς κι εκκρεμότητες, ερμηνείες apres-coup, σαν να έβαζα κάποια πράγματα στη θέση τους. Μ΄ άλλα λόγια, σαν να έγραφα εγώ ο ίδιος τον επικήδειο λόγο μου ή να έκανα την κηδεία του θανάτου μου. Δηλαδή, μια τελετή πένθους, όπου η ακηδεία των ερωτηματικών παραχωρεί την θέση της σε μια τελεία, απ΄όπου οι όποιες σκέψεις για τον θάνατο είναι πια σε μια ήπια διάσταση, αφού η τρικυμία έχει κοπάσει από πριν.
    Κι ενώ τελείωνα αυτό το κείμενο, έφερα στο νου μου τον Ρ. Στράους και το τέταρτο, από τα ‘τέσσερα τελευταία τραγούδια’ το ‘Im Abendrot’, “Μέσα στο πορφυρό του δειλινού”, όπου ο ποιητής Αϊχενντορφ αναδεικνύει το W, το τελευταίο των φωνημάτων στη σειρά της αλφαβήτου μέσω της επανάληψης του ως κεφαλαίο γράμμα, ως σημειώσιμο δηλαδή, ως οδηγό, δείκτη και σήμανση εκ της θέσης του στο τέλος. Μα ταυτόχρονα, το αναιρεί από αυτή του την σημασία, αφού το τοποθετεί στον προτελευταίο στίχο του ποιήματος έτσι, που να υπάρχει χρόνος, ως  την τελική λέξη του τελικού στίχου, που είναι ‘Tod’-‘θάνατος’. ‘Χρόνος, πια, κερδισμένος’ αφού οι λογαριασμοί έχουν κλείσει με την οδύνη, αλλά και την τακτοποίηση του τελευταίου φωνήματος, που έχει χάσει πια την σημασία του ως τέτοιο.
    Ακούστε το…

    “Wie sind wir wandermude –
    ist dies etwa der Tod?
 
ΠΙΝΑΚΕΣ (με τη σειρά αναφοράς στο κείμενο)

  1.  Ο θάνατος ως ένδεια λέξεων. Φωτ. Γ. Κακανάκης, 1997, συλλ. Φ. Καγγελάρη
    2.    Νεκρική Μάσκα- γιορτή νεκρών, Μεξικό, συλλ. Φ. Καγγελάρη
    3.    Μάσκα Θανάτου, Μπουτάν, συλλ. Φ. Καγγελάρη
    4.    Νεκρικό προσωπείο, Σουλαβέσι- Ινδονησία, συλλ. Φ. Καγγελάρη
    5.    Μάσκα Θανάτου, Νεπάλ, συλλ. Φ. Καγγελάρη
    6.    Μαρσέλ Προυστ- νεκρικό πορτραίτο, Φωτ. Μαν Ρεϊ, 1922, έκθεση Orsay, Παρίσι, Απρ. 2002.
    7.    “Οι ηλικίες και ο θάνατος”, X. Mπάλντουντ, 14.., Πράδο, Μαδρίτη
    8.    “Oι πρεσβευτές”, X. Xoλμπάϊν, 1533, Νάσιοναλ Γκάλερι, Λονδίνο
    9.    “Οι πρεσβευτές” – λεπτομέρεια -, 1533, Χ. Χολμπάϊν , Νάσιοναλ Γκάλερι Λονδίνο
    10.    Λογότυπο, Λέσχη Νεκρολογιών, Τζέφερσον – Τέξας, Η.Π.Α.
    11.    “Η αξιαγάπητη Ροζίν”, A. Bίερτζ, 1843,  Βασ. Μουσ. Καλ. Τεχν. Βέλγιο
    12.    “Όνειρο κυριακάτικου απογεύματος στο πάρκο Αλαμέδα” Ν. Ριβέρα, 1947-48,  Πόλη Μεξικού
    13.    “Όνειρο κυριακάτικου απογεύματος στο πάρκο Αλαμέδα” – λεπτομέρεια -,  N. Ριβέρα, 1947-48 Πόλη Μεξικού

 

Διαβάστε περισσότερα...
blank page | έντυπη και ηλεκτρονική επικοινωνία